Ο Σεθ Κλάρμαν, επικεφαλής του μεγάλου οίκου επενδυτικών κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου, Baupost Group, είναι προβληματισμένος. Στην τελευταία του επιστολή προς του επενδυτές - πελάτες του ομίλου του επισημαίνει πως «ένας άνθρωπος επιφυλακτικός στις κρίσεις του θα έπρεπε να ήταν τυφλός για να μη διακρίνει τις φούσκες στην έκδοση ομολόγων-σκουπιδιών, την ποιότητα των πιστώσεων και τις αποδόσεις τους». Ανακαλώντας την περίοδο άνθησης της μόχλευσης, προσθέτει ότι «στο ίδιο σημείο βρισκόμαστε και σήμερα σε ένα περιβάλλον ευφορίας, καθώς οι τιμές ορισμένων τίτλων έχουν εκτιναχθεί σε εντελώς παράλογα επίπεδα και η σωφροσύνη μοιάζει ακραία συμπεριφορά, ενώ η ανάληψη κινδύνων συνετή».

Το κόστος του εταιρικού δανεισμού είναι χαμηλότερο σε σύγκριση με τον κρατικό δανεισμό πρώτη φορά μετά το 2007. Επιπλέον, οι επιχειρήσεις σήμερα έχουν μεγαλύτερη ευελιξία, όταν καλούνται να αναχρηματοδοτήσουν το χρέος τους. Τα περισσότερα ομόλογα έχουν μία πρόβλεψη, με την οποία δίνεται η δυνατότητα στην εκδούσα οντότητα να τα ρευστοποιήσει συνήθως σε μια τιμή υπεράνω της ονομαστικής τους αξίας. Αυτό το δικαίωμα συνήθως ασκείται όταν υποχωρούν τα επιτόκια, οπότε και η αναχρηματοδότηση κοστίζει λιγότερο. Ωστόσο αυτό μπορεί να ευνοεί τις εταιρείες που εκδίδουν ομόλογα, αλλά δεν ωφελεί τους επενδυτές, δεδομένου ότι η αναλογία κινδύνου - απόδοσης διαμορφώνεται εις βάρος τους. Εάν τα πράγματα δεν πάνε καλά και η ποιότητα των τίτλων των εταιρειών επιδεινωθεί, η τιμή τους θα σημειώσει πτώση. Το δικαίωμα ρευστοποίησης δεν θα ασκηθεί και οι επενδυτές θα εγκλωβισθούν, έχοντας στα χέρια τους περιουσιακά στοιχεία με κακή επίδοση. Εάν όμως τα πράγματα πάνε καλά, τότε η εταιρεία θα προβεί σε ρευστοποίηση νωρίτερα και τα κέρδη των επενδυτών θα είναι περιορισμένα. Ο όμιλος διαχείρισης κεφαλαίων Hermes επισημαίνει ότι η μέση περίοδος ρευστοποίησης στα υψηλών αποδόσεων ομόλογα ήταν της τάξεως των 6,8 ετών, ενώ μέχρι στιγμής από τις αρχές του χρόνου ο μέσος όρος είναι 3,6 έτη.

Ορισμένες επιχειρήσεις έχουν εκμεταλλευθεί τις υπάρχουσες συνθήκες, κλειδώνοντας τα επιτόκια των ομολόγων τους επί μακρόν. Λόγου χάριν, ο γαλλικός όμιλος ηλεκτρικής ενέργειας Électricité de France κατόρθωσε να εκδώσει έως και ομόλογα εκατονταετίας φέτος τον Ιανουάριο. Πιθανώς να αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις δεν έχουν εκδώσει ακόμα περισσότερα ομόλογα. Από τις αρχές του 2014 έχουν εκδοθεί τίτλοι 595 δισ. δολαρίων, που κατατάσσονται στα χαμηλού ρίσκου, και τίτλοι 82 δισ. δολαρίων στη βαθμίδα των «σκουπιδιών». Σύμφωνα με τα στοιχεία της Dealogic, το 2013 τα επενδυτικής βαθμίδας είχαν ανέλθει στα 616 δισ. δολάρια και τα άλλα στα 107 δισ. δολάρια. Ενας από τους λόγους που εξηγεί τη φετινή περιορισμένη έκδοση ομολόγων είναι ότι ίσως οι εταιρείες δεν χρειάζονται κεφάλαια. Η πολιτική χαμηλών επιτοκίων είναι εν ισχύι για πολλά χρόνια, ούτως ώστε όσες έχουν χρέη να μπορούν να τα αναχρηματοδοτήσουν εγκαίρως. Πάμπολλες επιχειρήσεις έχουν μηδενικό χρέος, ενώ μελέτη της Deloitte το 2013 συμπέρανε πως οι εκτός χρηματοπιστωτικού κλάδου εταιρείες διαθέτουν ρευστό 2,8 τρισ. δολαρίων. Κι αυτό ίσως εξηγεί το γιατί οι φόβοι του κ. Κλάρμαν δεν θα επαληθευθούν άμεσα. Η αγορά ομολόγων μπορεί να καταρρεύσει εάν ομάδα επενδυτών μετατραπούν αναγκαστικά σε πωλητές τίτλων, εάν μεταβληθεί δραστικά η νομισματική πολιτική ή εάν επιδεινωθεί τόσο η οικονομία, ώστε οι εταιρείες να χρεoκοπούν μαζικά.

kathimerini.gr