Δύο γεγονότα της εβδομάδας που πέρασε αξίζουν μια άλλη ανάγνωση. Διαφορετική από την ανάγνωση των ποικίλου είδους απόψεων και συμφερόντων λαϊκιστών. Το πρώτο αφορά την απόφαση του Συμβουλίου Κορυφής για την τραπεζική ένωση. Το δεύτερο δεν είναι άλλο από το «πρωτογενές πλεόνασμα» και τον τρόπο διανομής του. Ή φαγώματός του. 

Τυχερή η ελληνική προεδρία. Τυχερές όλες σχεδόν οι ελληνικές προεδρίες. Κάθε μια συνδέεται με κάποιον ιστορικό σταθμό στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Από τύχη όπως μπορούν να ισχυριστούν οι διάφοροι και συγκεκριμένοι γκρινιάρηδες της δημόσιας ζωής του τόπου μας; Πολλά ιστορικά γεγονότα, αναμφισβήτητα οφείλονται στην τύχη. Εδώ πρέπει να έχει παίξει κάποιο ρόλο οπωσδήποτε το αστέρι του ελληνισμού. Είμαστε κοσμοπολίτες στην ιστορική μας πορεία. Ανεξάρτητα φυσικά από τον επαρχιωτισμό που κατά καιρούς ενσκήπτει. 

Η νομισματική ένωση ήταν βιαστική και ανεπαρκής. Η τραπεζική ένωση απαντά σε ένα καυτό πρόβλημα. Όσο οι τράπεζες τα πηγαίνουν καλά, τα μαζεύουν, αυτοί και τα αφεντικά τους. Σχεδόν όλα! Όταν, όμως, πτωχεύουν, τότε τις ζημιές σηκώνουμε όλοι μας. Σ’ αυτό το γαϊτανάκι και σ’ αυτό το πάρτι έπρεπε να δοθεί τέλος. Οι κεντρικές τράπεζες του κάθε κράτους – μέλους θα πρέπει να ανασκουμπωθούν. Τώρα και πάνω από αυτές και η ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα. 

Το δεύτερο γεγονός: Το «πρωτογενές πλεόνασμα». Για πρώτη φορά μετά από τόσα και τόσα χρόνια. Προσχηματική επιδίωξη όλων των κυβερνήσεων. Θεμελιώδης υποχρέωσή μας από τις ευρωπαϊκές συνθήκες. Και αντικείμενο αυστηρής αστυνόμευσης από τους τροϊκανούς. Καλό σημάδι. Μετά, φυσικά, την επιτυχή υπερκάλυψη του ομολόγου του ομίλου της Τράπεζας Πειραιώς. 

Από εδώ και μετά αρχίζουν τα συνήθη και παραδοσιακά παρατράγουδα. Με πρωταγωνιστές Κυβέρνηση και αντιπολίτευση. Η Κυβέρνηση βιάζεται. Η αντιπολίτευση φοβάται. Η Κυβέρνηση θέλει να τα μοιράσει με μικροπολιτική διάθεση. Μήπως και σταματήσει τις διαρροές παραδοσιακών συντηρητικών πολιτών της προς τη Χρυσή Αυγή. Η αντιπολίτευση επιχειρεί να μηδενίσει το «πρωτογενές πλεόνασμα» πολιτικά. Με γνωστούς πεπαιδευμένους και ικανούς επιστήμονες που ρέπουν στην «μπαρουφολογία». Και με γνωστούς λαϊκιστές που παραγράφουν την πραγματικότητα με στοιχεία του παραδοσιακού ξύλινου λόγου. 

Στην ξύλινη γλώσσα έχουν θητεύσει όλοι οι πολιτικοί χώροι σε όλη τη μακρά περίοδο της Μεταπολίτευσης. Είναι εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που ηγεμόνευσαν την μεγαλύτερη περίοδό της. Και όσοι αυτοπροσδιορίστηκαν ως περιθώριο ή αναχωρητές. Να το ομολογήσουμε. Όλοι αμαρτήσαμε. 

Το γνωστό λεξικό Μπαμπινιώτη επιχειρεί να ορίσει την ξύλινη γλώσσα. Είναι η τυποποιημένη. Χωρίς φυσικότητα. Αναμενόμενη. Δεν έχει εκπλήξεις. Το λεξικό κάνει ένα βήμα παραπέρα. Και προσθέτει. Είναι η γλώσσα των πολιτικών. Εδώ τους αδικεί. Πολλοί οι ένοχοι. Εξίσου και οι συνδικαλιστές. Για να δικαιολογήσουν την κατάχρηση των «αγωνιστικών κινητοποιήσεων». Των απεργιών χωρίς στόχευση. Χωρίς συγκεκριμένο διεκδικητικό ρεαλιστικό πλαίσιο. Ξύλινη γλώσσα έχουν διατυπώσει και αρκετοί από τους διανοούμενούς μας. Δεν ξέφυγαν από την μεταπολιτευτική ρουτίνα. Δεν έπαιξαν και δεν διαδραμάτισαν ξεχωριστό ρόλο. 

Θα ήθελα να μου επιτραπεί μία προσωπική προσέγγιση. Ξύλινη γλώσσα είναι εκείνη που δεν έχει «αίμα». Που δεν έχει ζωντανά κύτταρα. Παραπάνω και περισσότερα από εκείνα που έρχεται να αντικαταστήσει. Ξύλινη γλώσσα είναι εκείνη που παραμένει ξένη προς την πραγματικότητα. Αδύναμη να την περιγράψει. Ή και να την ερμηνεύσει. Ανίκανη να ανιχνεύσει προτάσεις και να τις προσδιορίσει λειτουργικά. 

Είναι πεντακάθαρο το ιστορικό αίτημα. Μετά την οριστική απόρριψη του ξύλινου λόγου, θέλουμε πολιτικό και ιδεολογικό λόγο για να αλλάξουμε ή και να ανατρέψουμε την πραγματικότητα των τελευταίων ετών. Ο κόσμος αλλάζει. Ή και ανατρέπεται. Τίποτε δε θυμίζει το παλιό. Η Ελλάδα πρέπει να αλλάξει. Να αλλάξουμε όλοι μας. Δεν επιτρέπεται ένας στους τέσσερις Έλληνες να πιστεύει πως μας ψεκάζουνε από τον ουρανό. Δεν περιποιεί τιμή σε κανέναν, ούτε στους υπόλοιπούς. 

Αντώνης Ν. Βγόντζας

Εφημερίδα Πρώτο Θέμα, Κυριακή 23.3.2014