“Το συμβάν το ξεκίνησα εγώ, το προκάλεσα εγώ, εγώ κρατούσα και χτυπούσα, αναλαμβάνω εγώ την ευθύνη για τον θάνατο του θύματος και λυπάμαι πολύ και για το θύμα και για την οικογένειά του και για τη δική μου οικογένεια γιατί όλα αυτά έγιναν για κανέναν λόγο”. 

Με τα λόγια αυτά ολοκλήρωσε την απολογία του ενώπιον των ανακριτικών αρχών του Ηρακλείου, ο 33χρονος κτηνοτρόφος από το Αντισκάρι, ο οποίος κατηγορείται για τον θανάσιμο τραυματισμό του Κώστα Προβιδάκη, με μαγκούρα.

Ο 33χρονος Α.Κ., ο οποίος κατά την προανάκριση, ενώπιον των αξιωματικών της Υ.Α Ηρακλείου έριξε στον 26χρονο Μ.Π. την ευθύνη για το φονικό χτύπημα που δέχτηκε ο άτυχος άντρας το απόγευμα της Κυριακής, στο γραφείο της ανακρίτριας ανέλαβε τις ευθύνες του παίρνοντας όλο το βάρος του φρικτού εγκλήματος στο Αντισκάρι, πάνω του.

Μάλιστα, όταν ρωτήθηκε από την ανακρίτρια γιατί άλλαξε την απολογία του ο 33χρονος απαντησε ότι ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και δεν θυμάται τίποτα.

Ο Α.Κ. αναφερόμενος στο μοιραίο - για τον 51χρονο - απόγευμα τόνισε ότι επέστρεφε από γλέντι κτηνοτρόφων με τον 26χρονο φίλο του Μ.Π., όταν λίγα μέτρα πριν φτάσει στο σπίτι του συνάντησε το θύμα. Ο δρόμος στο σημείο που συναντήθηκαν οι δύο άντρες ήταν στενός. 

Ο 33χρονος δεν θυμάται ακριβώς το τι έγινε. Θυμάται ότι έβρισε τον Κώστα Προβιδάκη, ο οποίος - όπως είπε - του απάντησε με βρισιές. Ο νεαρός κτηνοτρόφος κατέβηκε πρώτος από το 4x4 αυτοκίνητό του. Ισχυρίστηκε ότι το θύμα συνέχισε να τον βρίζει, γεγονός που τον έκανε να πάρει μία κατσούνα που είχε στο αμάξι και να αρχίζει να σπάει το όχημα του 51χρονου. 

Ο άτυχος Κώστας Προβιδάκης -σύμφωνα πάντα με τα όσα ισχυρίστηκε κατά την απολογία του ενώπιον της ανακρίτριας Ηρακλείου ο Α.Κ.- βγήκε από το αυτοκίνητό του με τον γιο του και προσπάθησαν να του πάρουν την μαγκούρα από το χέρι. 

Τότε τον χτύπησε στο κεφάλι.

Μάλιστα ο φερόμενος ως δράστης τόνισε ότι ο γιος του θύματος «ήταν μέτοχος στο επεισόδιο» αλλά δεν θυμάται τι ακριβώς έκανε.

Ο 33χρονος επεσήμανε αρκετές φορές ότι ο 26χρονος φίλος του δεν χτύπησε τον άτυχο άντρα. Όπως ισχυρίστηκε, την ώρα που εκείνος χτυπούσε τον Κ.Προβιδάκη, ο φίλος του κυνηγούσε τον γιο του θύματος.

Αναφερόμενος στον μικρότερο αδερφό του, ισχυρίστηκε ότι όταν ο 24χρονος Χ.Κ. έφτασε στο σημείο του εγκλήματος και είδε το θύμα να αιμορραγεί άρχισε να φωνάζει «τι κάνετε εκεί; Προς θεού, σταματήστε».

Τι ισχυρίστηκε ο 24χρονος αδελφός του βασικού κατηγορούμενου



Ο 24χρονος Χ.Κ ο αδερφός του βασικού κατηγορούμενου κατά την απολογία του καταδίκασε το γεγονός τονίζοντας ότι όταν έφτασε στο σημείο του φονικού είδε τον αδερφό του να κρατάει μία μαγκούρα και το θύμα να είναι ξαπλωμένο σε περιέργη στάση στον δρόμο γεμάτο αίματα. Πλησίασε το θύμα θέλοντας να του προσφέρει τις πρώτες βοήθειες.

Ο 24χρονος Χ.Κ. είπε:  «Του σήκωσα το κεφάλι. Του μιλούσα αλλά δεν απαντούσε. Μετά του κούνησα το κεφάλι. Είχε επαφή με το περιβάλλον αλλά δεν μου μιλούσε. Φοβήθηκα, γιατί κατάλαβα τι είχε γίνει και έφυγα».

Μάλιστα, αναφέρει ότι πήγε να βοηθήσει το θύμα και κατέληξε να απολογείται για έναν φόνο που δεν έκανε.

"Στην φασαρία ήταν τρία άτομα"

Ο 26χρονος κτηνοτρόφος ισχυρίστηκε ότι τρία άτομα συμμετείχαν στην φονική συμπλοκή. Ο 33χρονος φίλος του και οδηγός του 4x4 ΙΧΦ αυτοκινήτου, το θύμα και ο γιος του θύματος. 

Εκείνος δήλωσε αμέτοχος. Όμως βλέποντας τους δύο άντρες να πλησιάζουν τον φίλο του κατέβηκε από το όχημα και πήγε να βοηθήσει τον Α.Κ. Ισχυρίζεται ότι άρχισε να χτυπάει με τα χέρια του το θύμα και τον γιο του, μέχρι που ο γιος του θύματος του ανταπόδωσε το χτύπημα και έπεσε κάτω. 

Στην συνέχεια ο Μ.Π. σηκώθηκε πάνω και άρχισε να κυνηγάει τον γιο του Κώστα Προβιδάκη.

Σε απόσταση 15 μέτρων από το σημείο του φονικού, ο 26χρονος επεσήμανε ότι είδε τον Α.Κ. να χτυπάει με μία βέργα το θύμα και τότε άρχισε να του φωνάζει να σταματήσει.

Όμως ο Α.Κ. αντί να σταματήσει να χτυπάει τον 51χρονο του είπε να πάρει το αυτοκίνητό του και να φύγει.

Ο Μ.Π. κατά την απολογία του ενώπιον των ανακριτικών αρχών τόνισε αρκετές φορές ότι αρνείται την κατηγορία της ανθρωποκτονίας. Ναι μεν συμμετείχε στον καυγά, αλλά ισχυρίζεται ότι δεν χτύπησε το θύμα.

Αναφερόμενος στα όσα ισχυρίζονται οι συγχωριανοί του, ότι δηλαδή μετά το φονικό επέστρεψε στο σημείο φορώντας κουκούλα και απειλώντας του συγχωριανούς του, που προσπάθησαν να τον πλησιάσουν με μαχαίρι, τόνισε ότι ήταν μεθυσμένος και δεν θυμάται να έγινε μετά την φονική συμπλοκή. Θυμάται ότι επέστρεψε στο χωριό, αλλά αρνείται ότι κρατούσε μαχαίρι.

Ρένα Βουρεξάκη