Η εμμηνόπαυση που σηματοδοτεί την οριστική διακοπή της εμμήνου ρύσεως και της αναπαραγωγικής φάσης στη ζωή μιας γυναίκας αποτελεί φυσιολογικό γεγονός και όχι ασθένεια.

Τα προηγούμενα χρόνια η χορήγηση της ορμονικής θεραπείας έδινε στις γυναίκες τη λύση στα βασανιστικά συμπτώματα της εμμηνόπαυσης. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η δημοσίευση των μεγάλων κλινικών μελετών σχετικά με την ορμονική θεραπεία, ανέτρεψε τα δεδομένα δημιουργώντας σύγχυση και φόβο, τόσο στις γυναίκες, όσο και στους ίδιους τους γιατρούς.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα πολλές γυναίκες να αρνηθούν τη χρήση της ορμονικής θεραπείας στερούμενες τις πολλαπλές ωφέλειές της.

Απαντήσεις σε πολλά από τα ερωτήματα που υπάρχουν τόσο στην επιστημονική κοινότητα όσο και στις γυναίκες που βρίσκονται ή πλησιάζουν σε εμμηνόπαυση δόθηκαν σε ημερίδα που διοργανώθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης, στις 29 Μαρτίου 2014, από τον Καθηγητή Μαιευτικής-Γυναικολογίας Αντώνη Μακρυγιαννάκη, υπό την αιγίδα της Μεσογειακής Εταιρίας Αναπαραγωγικής Ιατρικής, της Ελληνικής Εταιρείας Κλιμακτηρίου και Εμμηνόπαυσης και της Ελληνικής Μαιευτικής και Γυναικολογικής Εταιρίας.

Στις εργασίες της ημερίδας διακεκριμένοι ομιλητές από όλη την Ελλάδα προσπάθησαν να αποκαταστήσουν την αλήθεια για την ορμονική θεραπεία στην εμμηνόπαυση καταλήγοντας στα εξής συμπεράσματα:

• Η ορμονική θεραπεία υποκατάστασης αποτελεί την πλέον αποτελεσματική θεραπεία των αγγειοκινητικών συμπτωμάτων (εξάψεις, νυχτερινές εφιδρώσεις) που σχετίζονται με την εμμηνόπαυση

• Η ορμονική θεραπεία είναι αποτελεσματική και κατάλληλη για την πρόληψη των οστεοπορωτικών καταγμάτων σε γυναίκες μικρότερες των 60 ετών ή εντός των 10 πρώτων ετών μετά την εμμηνόπαυση, ειδικά εάν συνυπάρχουν εμμηνοπαυσιακά συμπτώματα

• Η χορήγηση της ορμονικής θεραπείας υποκατάστασης δεν ενδείκνυται μόνο για την πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων, εάν δεν συνυπάρχουν εμμηνοπαυσιακά συμπτώματα

• Τοπική αγωγή με οιστρογόνα συστήνεται σε γυναίκες στις οποίες το μόνο σύμπτωμα είναι η κολπική ξηρότητα

• Ο κίνδυνος για εμφάνιση καρκίνου του μαστού είναι ελάχιστος όταν η χρήση ορμονικής θεραπείας υποκατάστασης γίνεται για χρονικό διάστημα μικρότερο από 3 χρόνια. Μετά τη διακοπή της θεραπείας, ο κίνδυνος αυτός δε φαίνεται να είναι μεγαλύτερος σε σχέση με τις γυναίκες που δεν έλαβαν ποτέ ορμονική θεραπεία.

• Η απόφαση για την έναρξη της ορμονικής θεραπείας υποκατάστασης πρέπει σε κάθε περίπτωση να εξατομικεύεται και να χορηγείται «η μικρότερη δοσολογία» που προσφέρει ανακούφιση από τα εμμηνοπαυσιακά συμπτώματα και για το «συντομότερο χρονικό διάστημα»