Διαβάστε το γράμμα του εγγονού του Λάμπρου Κωνσταντάρα στον αξέχαστο ηθοποιό και παππού του, με αφορμή την επέτειο των γενεθλίων του.

«Λαμπρούκο μου, τι κάνεις;

Σου έγραψα ένα γράμμα και σ’ το στέλνω, λίγες μέρες μετά τις 13 Μαρτίου – θα είχες τα 101α σου γενέθλια. Σου είχε στείλει και ο πατέρας μου, ο γιος σου, ένα γράμμα πριν από μερικά χρόνια. Ήταν ένα «γράμμα στον παράδεισο». Δυστυχώς, αν και η τεχνολογία προχώρησε πάρα πολύ από τότε που ζούσες, δεν μπόρεσε να εφεύρει τα κούριερ μεταξύ ζωντανών - νεκρών για να επικοινωνούμε.

Αν και πιστεύω ότι στα όνειρά μας μπορεί και να τα πούμε κάποια στιγμή. Αλλά επειδή τόσα χρόνια δεν έχεις εμφανιστεί, παίρνω χαρτί και μολύβι και σ’ τα γράφω όπως μου ’ρχονται.







Αγαπημένε μου...
Δεν πέρασαν παρά λίγες ώρες από την τελευταία φορά που σε είδα. Στην τηλεόραση. Πέρασαν, όμως, είκοσι εννέα χρόνια από τότε που σε είδα για τελευταία φορά ζωντανό. Το γράφω και δεν το πιστεύω ότι έχεις «φύγει» κοντά τριάντα χρόνια. Πριν από μερικές μέρες ήταν τα γενέθλιά σου. Δεν θα μπορούσες να ζεις ως τα 101 για να σε έχω εδώ κοντά μου, να σου πω όλα όσα θέλω. Θα μπορούσες, όμως, να μας χαρίσεις τουλάχιστον μια δεκαετία. Δεν πειράζει, ας μη σου γκρινιάζω, τόσα χρόνια πέρασαν, σε συγχώρεσα.



Πώς είσαι; Ευτυχισμένος που έχεις εκεί κοντά όλους τους καλούς σου φίλους; Εμείς, πάντως, είμαστε δυστυχισμένοι που σας χάνουμε έναν έναν. «Όλοι οι μεγάλοι φεύγουν» είναι ένα από τα δημοσιογραφικά κλισέ που χρησιμοποιούμε, όποτε θέλουμε να γράψουμε για κάποιον που πέθανε. Αλήθεια, είστε μαζεμένοι εκεί όλοι μαζί και μας κάνετε καζούρα εμάς των ζωντανών;
Δεν ξέρω τι γίνεται εκεί πάνω, αλλά από εδώ κάτω αποκλείεται να είναι χειρότερα. Έφυγες αθόρυβα, αλλά επεισοδιακά. Ξημερώματα 28ης Ιουνίου του 1985, στο Ασκληπιείο. Το τηλέφωνο στο σπίτι μας, στη Βουλιαγμένη, χτύπησε στις 4.00 το πρωί, τσακίζοντας τη σιωπή της νύχτας, αλλά όλοι ήξεραν τι θα μας έλεγε ο γιατρός, ήταν αναμενόμενο. Η μητέρα μου σήκωσε το τηλέφωνο και χωρίς ιδιαίτερη... γλυκύτητα ξύπνησε τον πατέρα μου: «Ο μπαμπάς σου πέθανε. Ντύσου να πας αμέσως». Μια στιγμή που δεν ξεχνάς ποτέ. Την επόμενη ημέρα η εγγονή σου, Παυλίνα, ετοίμαζε πάρτι για τη γιορτή της, ήταν Πέτρου και Παύλου. Φυσικά το πάρτι ακυρώθηκε και, σαν να μην έφτανε αυτό, οι γονείς μου αποφάσισαν να μη με πάρουν μαζί τους στο τελευταίο σου χειροκρότημα. Ήμουν, βλέπεις, μόνο 6,5 χρόνων και ανησυχούσαν αν θα μπορούσα να το διαχειριστώ.



Κοντά τριάντα χρόνια μετά, ακόμη τους κρατάω μούτρα για αυτή την απόφαση. Ήδη σε είχα στερηθεί το τελευταίο διάστημα, που δεν μπορούσες και δεν ήθελες να δεις τα εγγόνια σου, αφού η αρρώστια δεν σ’ το επέτρεπε. Να σε έχανα και στο τέλος;



Κρίμα δεν είναι, όμως; Να έχω την τύχη να σε έχω παππού μου, αλλά και την ατυχία να μη σε έζησα, παρά ελάχιστα. Ξέρεις, έχουμε 2014 και ο κόσμος ακόμη με ρωτάει τι θυμάμαι από σένα. Τι κι αν το έχω πει δεκάδες φορές πως οι εικόνες που έχω εντυπωμένες είναι ελάχιστες. 1983, μόλις είχε βγει το πεντοχίλιαρο! Με πήγαινες στο αγαπημένο σου ζαχαροπλαστείο, το Esplanade, στη Βάρκιζα.

Ένα από τα παραδοσιακά μαγαζιά με τις βιτρίνες με τις πάστες και δίπλα τα παιχνίδια. Μπούκωνα τις πάστες και γέμιζα και παιχνίδια! Ύστερα, αφοσιωνόσουν στις γάτες σου, που τόσο αγαπούσες. Μάλλον αυτό μου το κληρονόμησες! Τόσες πολλές και τόσο όμορφες γάτες! Είχαν μάθει και έρχονταν κάτω από το σπίτι σου όλες οι γάτες της Βάρκιζας.

Ξέρεις, όμως, κάτι; Έχω φτιάξει μερικές ιστορίες στο μυαλό μου. Να σου πω δυο-τρεις;

Να, η πρώτη είναι όταν πήγαινα Γυμνάσιο.



Αντί για τον πατέρα μου, έρχεσαι εσύ στο σχολείο για να πάρεις τους βαθμούς μου. Είσαι αυστηρός, αλλά πολύ ευδιάθετος, γύρω στα 55, καλοντυμένος, μυρωδάτος και με ένα στιλ τελείως κωνστανταρέικο. Πραγματικά δεν με νοιάζει καθόλου τι βαθμούς θα γράφει ο έλεγχος του τριμήνου. Το μόνο που με νοιάζει είναι που στέκομαι δίπλα σου και καμαρώνω σαν γύφτικο σκεπάρνι που είμαι απόγονός σου. Έρχονται όλοι, σου μιλάνε, σε θαυμάζουν, σε χαζεύουν, σε κοιτάζουν και απορούν που είσαι εκεί. Και μετά κοιτούν εμένα και μου λένε «Πόσο τυχερός είσαι!». Αυτό το τελευταίο συμβαίνει ακόμα και τώρα να ξέρεις...

Ξέρεις τι άλλο έχω πλάσει στο μυαλό μου; Ένα τρελό παραδεισένιο σουαρέ, με σένα, την Αλίκη, τον Φρέντυ Γερμανό, τον Αλέκο Σακελλάριο, τη Μαρινέλλα και τον Ζαμπέτα. Μια τέτοια μυθική στιγμή, την οποία στο μυαλό μου την έχω ζήσει και είναι τόσο μαγική, που δεν περιγράφεται. Έχω πάρει κομμάτια από τις ταινίες σας, αλλά και τις διηγήσεις που έχω ακούσει και έχω φτιάξει το δικό μου σενάριο. Η σκανταλιάρα Αλίκη ως «κόρη σοσιαλίστρια», η Βλαχοπούλου στη Χαρτοπαίχτρα να τσιγκλάει τη Σαπφώ Νοταρά, η Μαρινέλλα να σου τραγουδάει «Κρίμα το μπόι σου, καλέ», ο Ζαμπέτας να σολάρει με το μπουζούκι του «Πού πας χωρίς αγάπη» και ο Σακελλάριος να σου κλείνει το μάτι, την ώρα που γράφει τους διαλόγους του Μαυρογιαλούρου στο Υπάρχει και Φιλότιμο. Δεν γίνεται λες, ε; Κι, όμως, στο μυαλό μου έχει ήδη γίνει.



Θα σου πω άλλη μία, για να μη σε κρατάω μακριά από την παρέα σου εκεί πάνω. Είναι στην κηδεία σου, λατρεμένε μου. Εκεί έχω σκεφτεί ότι είμαι γύρω στα 20 και χαζεύω το πλήθος που έχει κατακλύσει το Α’ Νεκροταφείο, γνωστούς και αγνώστους. Είμαι εκεί και σε αποχαιρετώ κι εγώ. Βλέπω την αδελφή μου, στα χέρια της Αλίκης, η οποία, στο δικό μου σενάριο, δεν τη «χρησιμοποίησε» μόνο για να την απαθανατίσουν οι φωτογράφοι, όπως της χρέωσαν τότε. Βλέπω ακόμα και τη φίλη σου τη Μελίνα Μερκούρη, η οποία ξεπέρασε το σκληρό πασοκικό καθεστώς και ήρθε! Έστειλε, μάλιστα, και ένα στεφάνι ως υπουργός Πολιτισμού, δείχνοντας μεγαλοψυχία, παρότι ήσουν δεξιός. Μεγάλη καρδιά.



Ήρθα πάνω από τον τάφο σου, σου είπα αυτά που ήθελα να μείνουν μεταξύ μας, σε αποχαιρέτησα, σε φίλησα και έφυγα.

Τελειώνοντας θέλω να μου επιτρέψεις να κλείσω αυτό το γράμμα, γράφοντας δυο λόγια για το γιο σου. Τον πατέρα μου. Τον αδίκησες πολύ. Άργησες πάρα πολύ να πας κοντά του, τον αμφισβήτησες και δεν μπορώ να φανταστώ χειρότερο από το να τον ρωτάς τι τάξη πάει, ενώ ήταν ήδη στο πανεπιστήμιο! Τι σκηνικό κι αυτό! Όσες φορές κι αν μου το περιγράφει, δεν μπορώ να αναλογιστώ το πώς θα ένιωσε... Και είναι δυνατόν να μην πίστεψες ποτέ ότι ο ίδιος σου ο γιος ήταν παραγωγός του μεγαλύτερου τηλεοπτικού γεγονότος του 1982 στο νεόδμητο Ολυμπιακό Στάδιο;



Είσαι άτυχος που δεν τον έζησες για να δεις πόσο άξιος έγινε και με πόση επιτυχία «κουβάλησε» το βαρύ όνομα που μας άφησες. Θα γέλαγες αν μάθαινες πως έγινε βουλευτής! Τίμιος, αλλά βουλευτής. Οξύμωρο, ε; Ο κόσμος τον αγάπησε από την τηλεόραση, τον τίμησε με την ψήφο του πολλές φορές, αγόρασε κατά χιλιάδες τα βιβλία του. Το πρώτο αφορούσε εσένα και ήταν εξαιρετικό. Ήσουν η αφορμή και για αυτό. Μα είσαι παντού, πια;



Δεν σου κρύβω ότι μου αρέσει, το απολαμβάνω να με ρωτάνε για σένα ή να με θεωρούν δικό τους άνθρωπο, επειδή σε βλέπουν στις ταινίες. Προχθές σε είδα πάλι, αγαπημένε μου Τεπενδρή, κουρασμένο μου παλικάρι, μπαμπά της Αλίκης και της Τζένης, Μαυρογιαλούρε μου. Και μαζί με εμένα σε είδαν και χιλιάδες άλλοι, για χιλιοστή φορά. Εσένα και όλη την εκλεκτή παρέα των θρύλων του θεάτρου και του σινεμά. Ήσασταν οι ήρωες της γενιάς του ’60-’70, αλλά ποιος να το ’λεγε πως θα μεγαλώνατε και τα παιδιά του 2000;



Αυτά ήθελα να σου πω. Σ’ τα έγραψα και σ’ τα στέλνω, μόνο θέλω μια χάρη. Ένα από τα βράδια που θα περιπλανιέσαι, έλα να πεις αν το έλαβες.
Ο εγγονός σου.»

Διαβάστε περισσότερα στο PEOPLE που κυκλοφορεί μαζί με το ΘΕΜΑ.




protothema.gr