Σε απάντηση της Αναφοράς του βουλευτή Ηρακλείου του ΠΑΣΟΚ κ.Μανόλη Στρατάκη σχετικά με το αίτημα του Επιμελητηρίου Ηρακλείου για παράταση της αποπληρωμής των δανείων των επιχειρήσεων του ΤΕΜΠΜΕ, ο Υφυπουργός Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας κ.Ρήγας αναφέρει τα εξής:

Για τη χρονική παράταση αποπληρωμής των δανείων των επιχειρήσεων που έχουν ενταχθεί στα προγράμματα "Εγγύηση και Επιδότηση Δανείων Κεφαλαίου Κίνησης Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων" - Φάση Α και "Εγγύηση Δανείων Κεφαλαίου Κίνησης Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων" - Φάση Β, το Υπουργείο έχει δεχθεί αιτήματα τόσο από επαγγελματικούς φορείς όσο και από βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου από τον Μάιο του 2010. Στο πλαίσιο αυτό εξετάστηκαν σε συνεργασία με την ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ (νυν ΕΤΕΑΝ ΑΕ) και την ΕΥΔ ΕΠΑΕ τεχνικά θέματα που άπτονται της εφαρμογής του μέτρου, ενώ παράλληλα η ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ ανέλαβε τη διερεύνηση των απόψεων των συμβεβλημένων με αυτή Τραπεζών για την εφαρμογή της παράτασης.

Στην ειδική σύσκεψη της ΤΕΜΠΜΕ με τους εκπροσώπους των Τραπεζών, συζητήθηκε για πρώτη φορά το θέμα της παράτασης της χρονικής διάρκειας αποπληρωμής των εγγυημένων από την ΤΕΜΠΜΕ δανείων της Α' και Β' φάσης (Κεφάλαια Κίνησης) με αφορμή σχετική επιστολή της ΑΤΕ. Στο μνημόνιο συνεδρίασης της επιτροπής ΤΕΜΠΜΕ-Τραπεζών που εκδόθηκε μετά τη συνεδρίαση αναφέρεται σχετικά: "Συμφωνήθηκε να σταλεί στη ΤΕΜΠΜΕ αίτημα Τραπεζών για παράταση της χρονικής διάρκειας αποπληρωμής των δανείων Α' και Β' φάσης κεφαλαίων κίνησης μέσω της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών (ΕΕΤ), καθώς όπως επισήμανε ο Πρόεδρος της ΤΕΜΠΜΕ θα έπρεπε να εξεταστούν όλες οι παράμετροι για την υιοθέτηση της πρότασης αυτής (προκύπτουν θέματα νομικής, τεχνικής και διαδικαστικής φύσεως) και ακολούθως να προωθηθεί στον αρμόδιο Υπουργό για τη λήψη της τελικής απόφασης".

Επίσης και ύστερα από τηλεφωνική επικοινωνία με την ΓΓΒ του ΥΠΟΙΑΝ, ο φορέας επισημαίνει ότι μέχρι σήμερα, η ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ (νυν ΕΤΕΑΝ) δεν έχει δεχθεί επίσημη πρόταση από την ΕΕΤ για παράταση της Α' και Β' φάσης.

Για την παράταση της διάρκειας αποπληρωμής των εν λόγω εγγυημένων δανείων, το Υπουργείο, με γνώμονα την προαναφερόμενη συνεργασία με την ΕΥΔ ΕΠΑΕ και την ΤΕΜΠΜΕ, ενημερώνει για τις ακόλουθες προϋποθέσεις που συνδέονται με την εφαρμογή της σχετικής ρύθμισης:

α. Αρχικά, απαιτείται συμφωνία των Τραπεζικών Ιδρυμάτων και της ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ, προκειμένου να επέλθουν οι σχετικές τροποποιήσεις στις υφιστάμενες συμβάσεις, γεγονός που δεν έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα.
β. Σε επόμενη φάση, να αντιμετωπιστεί το θέμα μεταξύ της λήξης των δόσεων αποπληρωμής και της λήξης των ομολόγων που έχουν ήδη εκδοθεί από το ελληνικό δημόσιο και που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη των εγγυήσεων της Α' και Β' φάσης.
Απαιτείται συνεπώς να εξεταστεί η δυνατότητα παράτασης της διάρκειάς τους, πέραν του έτους 2014, κατά την τρέχουσα οικονομική συγκυρία. Διευκρινίζεται ότι η εν λόγω ρύθμιση απαιτείται για μέρος του συνολικού ποσού των ομολόγων, ανάλογα με τη διάρκεια της παράτασης που θα επιλεγεί.
γ. Οι επιχειρήσεις να αποδεχθούν το πρόσθετο κόστος της επιβάρυνσης του επιτοκίου (φάση Α') προκειμένου να μην μεταβάλλεται το ισοδύναμο της ενίσχυσης.
δ. Να ληφθεί η γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία ασκεί την εποπτεία της ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ (νυν ΕΤΕΑΝ ΑΕ) και θέτει κανόνες για την κεφαλαιακή του επάρκεια και τη ρευστότητά του.

Διευκρινίζεται ότι η υπό εξέταση επίμηκυνση της αποπληρωμής των δανείων των Προγραμμάτων Κεφαλαίου Κίνησης, εκτιμάται ότι αφορά τόσο τα δανεια της Α' φάσης όσο και για τα δάνεια της Β' φάσης, προκειμένου να διασφαλιστεί η ισότιμη μεταχείριση των δανειοληπτών, δεδομένου ότι η Α' και η Β' φάση συνιστούν ενιαίο Πρόγραμμα.

Περαιτέρω, θέτονται σημαντικές πτυχές που άπτονται της εφαρμογής του τεχνικού μνημονίου.

Ειδικότερα, η ρύθμιση υφιστάμενων εγγυημένων δανείων με αλλαγή στους όρους όπως η διάρκεια του δανείου, θεωρείται ως νέα εγγύηση και συνυπολογίζεται στο καθορισμένο για τη χώρα μας ανώτατο όριο των εγγυήσεων του 1 δις ευρώ για το 2011.

Τα υπόλοιπα των υφιστάμενων εγγυήσεων των δανείων τριετούς διάρκειας της ΕΤΕΑΝ ΑΕ ανέρχονται (28.2.2011) σε 2,2 δις ευρώ, είναι δηλαδή υψηλότερα του ανωτέρω ορίου κατά 1,2 δις ευρώ.