Μικρό παιδί ήμουν όταν οι παππούδες στον Πλατανιά μας διηγούνταν με δέος τον θρύλο του απέναντι νησιού, του γνωστού Θοδωρού. Τον μύθο για το γιγάντιο πλάσμα που απολίθωσε ο Αγ. Γεώργιος και το μετέτρεψε σε νησί για να προστατέψει τους κατοίκους της Κρήτης από την απειλητική του παρουσία. Από τότε το Θοδωρού περιβαλλόταν από μία αίσθηση άβατου την οποία ενίσχυε η απαγόρευση πρόσβασης, η οποία ισχύει μέχρι σήμερα. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε και πιστεύω ότι σήμερα έχει έρθει πλέον η ώρα να αρθεί αυτή η αναχρονιστική απαγόρευση.

Είναι γνωστό ότι το Θοδωρού είναι χαρακτηρισμένο ως ζώνη απολύτου προστασίας λόγω ενός σημαντικού αριθμού σπάνιων κρητικών αίγαγρων που ζουν στο νησί, εξ’ ου και η απαγόρευση πρόσβασης. Ομολογώ ότι δεν γνωρίζω άλλη ανάλογη απαγόρευση αφού δεκάδες προστατευόμενες περιοχές της Ελλάδας που φιλοξενούν σπάνια πανίδα είναι ελεύθερες για τους επισκέπτες χωρίς να διαταράσσεται το πολύτιμο οικοσύστημά τους. Ενδεικτικά αναφέρω το δάσος της Δαδιάς στον Έβρο, την λίμνη Κερκίνη στις Σέρρες, τις Πρέσπες στη Φλώρινα ακόμα και την Πάρνηθα στην Αττική. Είναι ακατανόητο να απαγορεύεται η πρόσβαση σε μία τόσο μικρή άρα κι πιο ελεγχόμενη περιοχή όπως τα Θοδωρού, την ίδια ώρα που στην υπόλοιπη Ελλάδα επιτρέπεται και μάλιστα σε περιοχές πολύ μεγαλύτερες σε έκταση που υποδέχονται πολύ περισσότερο κόσμο. Και προσωπικά αμφιβάλλω εάν το μέτρο της απόλυτης απαγόρευσης είναι τελικά αρκετό για να αποτρέψει λαθροθήρες και άλλους «εισβολείς» .

Σε ολόκληρο τον κόσμο, η σύγχρονη τάση για τις προστατευόμενες περιοχές δεν είναι η αποτροπή της ανθρώπινης παρουσίας, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Η ανθρώπινη παρουσία εκτός της ζωντάνιας που δίνει σε μία περιοχή, συμβάλλει πρακτικά στην προστασία και την εποπτεία της για ευνόητους λόγους. Αυτονόητο είναι ότι ελευθερία πρόσβασης δεν σημαίνει ασυδοσία, δεν σημαίνει ότι ο οποιοσδήποτε ανεβαίνει στο νησί όποτε θέλει και κάνει ό,τι θέλει. Είναι επίσης προφανές ότι από την απόλυτη απαγόρευση δεν μπορούμε να περάσουμε στην ανεξέλεγκτη πρόσβαση. Μπορεί όμως να βρεθεί μία μέση λύση και να εφαρμοστεί μία διαχειριστική μελέτη η οποία να λαμβάνει υπόψιν της τα ειδικά χαρακτηριστικά του νησιού και κυρίως να αποτυπώνει ρεαλιστικά τη «φέρουσα ικανότητα» του χώρου. Δηλαδή, πόσους επισκέπτες μπορεί να φιλοξενήσει το νησί και υπό ποιες προϋποθέσεις προκειμένου να μην διαταραχθεί ο χαρακτήρας και η πανίδα του. Κατά συνέπεια, με ήπιες παρεμβάσεις μπορεί το νησί να ανοίξει, έστω πιλοτικά για ένα διάστημα, και, αν χρειαστεί, ενδεχομένως αναθεωρείται το όποιο πλάνο ακολουθηθεί. Εξ΄ όσων γνωρίζω σχετικές μελέτες υπάρχουν.

Θα αναρωτηθούν κάποιοι πώς θα χρηματοδοτηθεί η λειτουργία του νησιού και πώς θα συντηρηθούν οι ήπιες υποδομές που χρειάζονται για να υποδεχτεί επισκέπτες. Δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε την Αμερική για να βρεθεί λύση. Μην μας τρομάζει η ιδέα να μπει εισιτήριο το οποίο θα εξασφαλίσει ένα σημαντικό έσοδο που θα επιτρέψει την αυτοχρηματοδότηση του όλου εγχειρήματος. Χωρίς αντίτιμο δύσκολα θα καταφέρουμε μακροπρόθεσμα να διατηρήσουμε τον χώρο ανοικτό και σε καλή κατάσταση. Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, νησιά με μικρότερη οικολογική και πολιτισμική αξία έχουν καταφέρει να γίνουν πόλος έλξης επισκεπτών και σημεία αναφοράς ολόκληρων περιοχών. Όποιος έχει επισκεφθεί τα νησάκια των Δαλματικών Ακτών ή της γαλλικής Ριβιέρας αντιλαμβάνεται τι εννοώ.

Αφήνω τελευταίο το γιατί πρέπει να ανοίξει τα Θοδωρού στους επισκέπτες. Εννοείται για να προστεθεί άλλο ένα τουριστικό αξιοθέατο στο νομό Χανίων. Δεν χρειάζεται να ανοίξει όμως μόνο για τους ξένους επισκέπτες οι οποίοι φεύγοντας μένουν με την απορία γιατί δεν μπορούν να περπατήσουν το νησί. Να ανοίξει για να το γνωρίσουν και οι ντόπιοι, για να γίνει κτήμα και των νεότερων, για να μάθουν την ιστορία και τα μνημεία του, να γνωρίσουν από κοντά την σπάνια πανίδα του. Αλλά και για να ανοίξουν νέες δουλειές που θα προκύψουν από τη μεταφορά και την ξενάγηση των επισκεπτών και να προστεθεί και μία ακόμα πηγή εσόδων για την τοπική οικονομία. Η ήπια αξιοποίηση του νησιού δεν συγκρούεται με την προστασία του, αντίθετα συμβάλλει σε αυτήν με πολλαπλά παράλληλα οφέλη για όλους. Γι’ αυτό πιστεύω ότι έχει έρθει πλέον η ώρα να ανοίξει το Θοδωρού στους επισκέπτες.

Δημήτρης Φραγκάκης
Πολιτικός Επιστήμονας