Αναμφισβήτητα, οι περισσότεροι έχει συμβεί να γίνουμε μάρτυρες ή να έχουμε εμπλακεί καθοιονδήποτε τρόπο σε περιστατικά που σχετίζονται με περιπτώσεις οδηγικής συμπεριφοράς οι οποίες χαρακτηρίζονται, αμιγώς, από στοιχεία επιθετικότητας ή ακόμα και βίαιων πρακτικών.

Η εκδήλωση επιθετικότητας, κατά την οδήγηση, εντάσσεται στον ευρύτερο τομέα της οδικής ασφάλειας και συγκαταλέγεται, μάλιστα, μαζί με τον τρόπο οδήγησης, τις κυκλοφορικές συνθήκες και το οδικό περιβάλλον, σ’ έναν από τους κυριότερους παράγοντες πρόκλησης τροχαίων ατυχημάτων.

Η εννοιολογική προσέγγιση του όρου «Επιθετική Οδήγηση» έγκειται σε συγκεκριμένη σημειολογία που αφορά:

Κακόβουλες ενέργειες ενός οδηγού, που διακατέχεται από έντονο θυμό, προς έναν άλλο οδηγό ή πεζό με σκοπό τη πρόκληση καθορισμένης βλάβης στο πλαίσιο κυκλοφοριακής διένεξης ή διαπληκτισμού (λεκτικές προσβολές, άσεμνες χειρονομίες, αγενής συμπεριφορά, πράξεις βίας ή χειροδικία).

Χρήση ενός οχήματος με τρόπο που δεν προβλέπει την ασφάλεια των υπόλοιπων που κινούνται οδικά ( μη τήρηση των κανόνων ελέγχου κατά την οδήγηση, μη επιτρεπόμενες προσπεράσεις, πρακτικές οδηγικού ανταγωνισμού, επικίνδυνη οδήγηση με συχνές και χωρίς ασφάλεια αλλαγές λωρίδων κυκλοφορίας, μη ακολουθία των κυκλοφοριακών ρυθμίσεων).

Εσκεμμένη κατεύθυνση ενός οχήματος προς ένα ξένο οικοδόμημα και ιδιοκτησία (για λόγους αντεκδίκησης).

Η εκδήλωση οδηγικού θυμού και επιθετικής οδηγικής συμπεριφοράς λειτουργεί ως απόρροια, κυρίως, του τρόπου οδήγησης όσο και της αδυναμίας διαχείρισης αγχογόνων και στρεσογόνων καταστάσεων που δημιουργούνται, εν κινήσει, εξαιτίας δυσάρεστων κυκλοφοριακών συνθηκών.

Επίσης, άλλοι σημαντικοί παράγοντες που έχουν άμεση συσχέτιση με την εμφάνιση επιθετικής οδήγησης είναι: η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας του οδηγού (εχθρικός, ανασφαλής, ανταγωνιστικός, αγχώδης, αντισυμβατικός που δεν συμμορφώνεται στους κυκλοφοριακούς κανόνες) αλλά και η αλληλεπίδραση -κατά την οδήγηση - σκέψεων και συναισθημάτων που οφείλονται σε προβλήματα οικογενειακά, εργασιακά, προσωπικά.

Εκτός των άλλων, σύμφωνα με έρευνες, και η ηλικία του οδηγού ή το μοντέλο και η αξία του αυτοκινήτου συνδέονται με τη συχνότητα εκδήλωσης οδηγικής επιθετικότητας (οι οδηγοί νεαρής ηλικίας εμφανίζουν πιο συχνά οδηγική επιθετικότητα - οι οδηγοί καινούριων και υψηλής αξίας αυτοκινήτων είναι πιο επιρρεπείς στο να εκδηλώσουν επιθετικότητα).

Σαφώς, οι επιπτώσεις από τέτοιες συμπεριφορές και συμπτωματολογία δε μπορεί παρά να αξιολογούνται ως υψηλής επικινδυνότητας διότι εμπεριέχουν θέματα όπως διαπροσωπικές διενέξεις, βιαιοπραγίες, καταστροφή ιδιωτικής περιουσίας, τροχαία ατυχήματα, αποστέρηση ανθρώπινης ζωής.

τσι, βάσει των παραπάνω δεδομένων, για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων χρειάζεται να ληφθούν, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, μέτρα και δράσεις όπου θεωρείται χρήσιμο να περιλαμβάνουν: 

ομαδικές συναντήσεις οδηγών, υπό το συντονισμό ειδικών επιστημόνων, με σκοπό την εκμάθηση μεθόδων και δεξιοτήτων για βέλτιστη διαχείριση άγχους και στρες κατά την οδήγηση (μέσω συγκεκριμένων ασκήσεων και τεχνικών),

αναγνώριση στοιχείων της προσωπικότητας του οδηγού που επιδρούν αρνητικά στην οδηγική συμπεριφορά και εστίαση στην εξοικείωση νέας οδηγικής νοοτροπίας,

ενημερώσεις σεμιναριακού χαρακτήρα με στόχο την απόκτηση ευσυνειδησίας έναντι της οδηγικής συμπεριφοράς,
εντατικοποίηση των οδικών ελέγχων από τις αρμόδιες αρχές τροχαίας και αστυνομίας,

επιβολή αυστηρότερων ποινών σε περιπτώσεις επιθετικής οδήγησης: παράνομης προσπέρασης, παραβίαση ορίου ταχύτητας, μη ασφαλή χρήση της οδού ,

βελτίωση του οδικού δικτύου και των συνθηκών κυκλοφοριακού περιβάλλοντος ώστε να περιοριστεί η εκδήλωση άγχους – στρες και κατ’ επέκταση εκνευρισμού και επιθετικής συμπεριφοράς.

Τέλος, ας γίνει κατανοητό ότι η επιθετική οδηγική συμπεριφορά είναι δυνατόν να προκαλέσει βαρύτατες βλάβες και απώλειες υλικές και ανθρώπινες (αμφίπλευρα). Άρα, δικαιολογημένα μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια μορφή απρόκλητης βίας, μια ιδιαίτερη μορφή «βίας των δρόμων»…

Γιώργος Σαριδάκης
Κοινωνικός Λειτουργός