Με γόρδιο δεσμό που κανείς δεν έχει ακόμα καταφέρει να λύσει μοιάζει εδώ και χρόνια το θέμα της τουριστικής ανάπτυξης του Nότου στο νησί μας, αν και έχουν επανειλημμένα διαπιστωθεί οι τεράστιες δυνατότητες που το νότιο τμήμα της Κρήτης παρουσιάζει, τόσο από πλευράς φυσικού κάλους, όσο και από πλευράς πολιτιστικής κληρονομιάς.

Ειδικά στον ευαίσθητο τομέα του τουρισμού, που αποτελεί την «βαριά βιομηχανία» της Κρήτης και κατ’ επέκταση της χώρας, μονόδρομο για την προσέλευση επενδυτών και τουριστών αποτελεί η χάραξη μιας αναπτυξιακής πορείας με χαρακτηριστικά διαφορετικά απ’ αυτά που ακολουθήθηκαν στην κορεσμένη, πλέον, βόρεια πλευρά.

Όμως, ποια τουριστική ανάπτυξη του νότου ζητούμε να υλοποιήσουμε; Τί οραματιζόμαστε για μια περιοχή με τόσα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά;

Είναι ξεκάθαρο ότι η τουριστική ανάπτυξη του Νότου θα πρέπει να είναι εναρμονισμένη με τα χαρακτηριστικά της κάθε επιμέρους περιοχής, τόσο τα γεωγραφικά, περιβαλλοντικά, κοινωνικά όσο και με τις τεχνικές δυνατότητες που υπάρχουν. Να ακολουθηθεί, δηλαδή, στις περιοχές αυτές ένα μοντέλο ήπιας ανάπτυξης που θα προϋποθέτει σεβασμό στην ταυτότητα, το τοπίο και τους κατοίκους και θα αξιοποιεί τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα.

Μια τέτοια ανάπτυξη που θα έχει λάβει υπόψη της τις παραπάνω κρίσιμες παραμέτρους, δεν θα πρέπει να απευθύνεται κατά κανόνα στον μαζικό τουρισμό αλλά να στοχεύει, κυρίως, στην προσέλκυση πελατών που θα μπορούν να εκτιμήσουν τις τοπικές ιδιαιτερότητες που θα έχουν ήδη αναδειχθεί.

Ανάλογα παραδείγματα υπάρχουν πάρα πολλά στην Ευρώπη. Στην Ιταλία, περιφερειακές περιοχές όπως το νησί της Σαρδηνίας και η περιοχή της Τοσκάνης έχουν καταφέρει, με μία ήπια ανάπτυξη, που στηρίζεται τόσο στις οικογενειακές μονάδες, τον αγροτοτουρισμό αλλά, πλέον, και σε πιο εξειδικευμένες μορφές, π.χ. βίλες, να δημιουργήσουν ένα πολύ δυνατό brand name. Αυτό μεταφράζεται σε μεγάλη αναγνωρισιμότητα και προσέλκυση πελατών υψηλού επιπέδου (ποιοτικότερος τουρισμός) οι οποίοι συνειδητοποιημένα θέλουν να επισκεφτούν μια ανάλογη περιοχή και, κατά συνέπεια, αποτελούν επισκέπτες με υψηλό κατά κεφαλήν έσοδα για τους εμπλεκόμενους και τις τοπικές κοινωνίες συνολικότερα.

Ένα τέτοιο μοντέλο θα μπορούσε να εφαρμοστεί και εδώ. Ο νότος της Κρήτης έχει μορφολογία ιδανική για ήπια τουριστική ανάπτυξη όπως, κλειστούς απομονωμένους κολπίσκους, γραφικά θέρετρα στο Λιβυκό αλλά και ένα πολύ πιο γνήσιο κρητικό παραδοσιακό πρόσωπο φιλοξενίας σε σχέση με τον κορεσμένο βόρειο άξονα.

Ο Νότος δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτελέσει ένα κακό αντίγραφο του μοντέλου «ήλιος και θάλασσα» που οδηγεί σε πελάτες με «βραχιολάκια», που περιορίζουν τη διαμονή τους μόνο μέσα στα όρια του ξενοδοχείου. Πρέπει να αναδείξει και να αξιοποιήσει την κρητική φιλοξενία, τις οικογενειακές μονάδες και τις πολλές επιλογές θεματικού και εναλλακτικού τουρισμού που έχει να προσφέρει.

Πολύ σημαντικό ρόλο παίζουν αναμφισβήτητα οι φυσικοί και πολιτιστικοί του πόροι: Η ιστορία και ο πολιτισμός του, τα μνημεία του αλλά και το ιδιαίτερο φυσικό του κάλλος.

Θα πρέπει, εδώ, να σημειώσουμε ότι, με εξαίρεση της περιοχή της Ιεράπετρας, όπου έχουν δημιουργεί μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες που απευθύνονται, όμως, στον μαζικό τουρισμό, κινήσεις για την προώθηση ενός διαφορετικού τουριστικού προϊόντος, δεν έχουν γίνει συστηματικά.

Ωστόσο, αυτή η διαφορετικότητα απαιτεί και συγκεκριμένες υποδομές στις οποίες θα πρέπει να επενδύσουμε. Υποδομές που θα βασίζονται στη λογική ότι ο τουρίστας θα μπορεί να βρίσκει καταρχήν, τα ελάχιστα αναγκαία που χρειάζεται προκειμένου να απολαύσει τις διακοπές του. Ένα βελτιωμένο οδικό δίκτυο που θα παρέχει μια εύκολη σύνδεση με τα αεροδρόμια, αλλά και το υπόλοιπο νησί. Ότι θα υπάρχει μία πάρα πολύ στοχευόμενη τουριστική προβολή, προκειμένου να αναδειχτεί η ομορφιά του τόπου (προβολή η οποία μπορεί να προέλθει μέσα από συνεργασίες των τοπικών επιχειρηματιών και φορέων) μέσα από προσέγγιση συγκριμένων εξειδικευμένων τουριστικών φορέων του εξωτερικού.

Ότι θα αναδειχθούν τα υφιστάμενα τουριστικά καταλύματα με την παράλληλη δημιουργία κινήτρων για επενδύσεις σε νέα, εξειδικευμένης μορφής αγροτοτουριστικά καταλύματα, βίλες ή οικογενειακά ξενοδοχεία.

Βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματική προβολή, εμπορική διαχείριση αλλά και βιωσιμότητα των μικρών οικογενειακών μονάδων, είναι η υγιής συνεργασία μεταξύ των τοπικών επιχειρηματιών και η δημιουργία επαγγελματικών δικτύων, που θα μειώσουν τα διοικητικά κόστη και έξοδα προβολής, αλλά και θα τους δώσουν τη δυνατότητα να έχουν μια ισχυρότερη διαπραγματευτική βάση σε εμπορικό επίπεδο.

Και όλα αυτά, αξιοποιώντας στον μέγιστο βαθμό τις δυνατότητες του εναλλακτικού τουρισμού.

Ειδικά στον τομέα αυτό η νότια Κρήτη αποτελεί «πεδίον δόξης λαμπρόν» παρέχοντας ιδανικές συνθήκες π.χ. για θρησκευτικό τουρισμό (πάρα πολλά μοναστήρια και βυζαντινά μνημεία), για οινοτουρισμό (λειτουργούν πολλά οινοποιεία και δρόμοι του κρασιού), καταδυτικό τουρισμό (με τον πλούσιο, πολύχρωμο βυθό), αθλητικό τουρισμό (υπάρχουν παραλίες με ιδανικές συνθήκες για ιστιοσανίδα) περιπατητικό, ποδηλατικό τουρισμό κλπ.

Επιπλέον, με ρεαλιστικά έργα λιμενικών υποδομών όπως η δημιουργία μικρών μαρίνων σε κάποιες περιοχές όπου υπάρχουν υφιστάμενα μικρά λιμάνια ή αλιευτικά καταφύγια, μπορεί να ευνοηθεί και ο θαλάσσιος τουρισμός, πάντα όμως στη βάση σοβαρών σχεδιασμών και μελετών αλλά και να αναδειχθούν οι πολιτιστικές εκδηλώσεις που διοργανώνονται από τους τοπικούς φορείς. Όλα τα παραπάνω αποτελούν άξονες για τον σχεδιασμό ενός μοντέλου ήπιας αλλά αποτελεσματικής ανάπτυξης του τόπου που θα δημιουργήσει συνεργασίες, ενίσχυση του πρωτογενή τομέα και θα φέρει έσοδα στις τοπικές κοινωνίες.

Τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τα παραπάνω είναι, λοιπόν, πολύ συγκεκριμένα:

- Η τουριστική ανάπτυξη του νότου της Κρήτης δεν είναι λογικό και δεν πρέπει να προέλθει από αλόγιστες διαδικασίες αλλά μέσα από δημιουργικές συνεργασίες και ανάδειξη του ξεχωριστού χαρακτήρα της περιοχής η οποία έχει καταφέρει να διατηρηθεί αναλλοίωτη για δεκαετίες.

- Είναι αναγκαίο, μέσα από τη συνεργασία των τοπικών φορέων, να εκπονηθεί ένα μακροπρόθεσμο master – plan για τη βελτίωση των υποδομών, ώστε οι όποιες παρεμβάσεις, να αποτελούν τα κομμάτια του παζλ της σταδιακής υλοποίησης του και όχι «ορφανές» δράσεις και σπασμωδικές ενέργειες.

– Οι τοπικοί Δήμοι θα μπορούσαν να αναλάβουν έναν συντονιστικό ρόλο σε αυτήν την προσπάθεια και να προτρέψουν αλλά και να στηρίξουν τη δημιουργία των τοπικών δικτύων τουριστικών επιχειρηματιών. Να δημιουργήσουν παράλληλα τμήματα τουριστικής προβολής και σε συνεργασία με την Περιφέρεια, αλλά και τους άλλους φορείς, να βοηθήσουν στην ανάδειξη των τοπικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων).

Σε μια κρίσιμη, για όλους, χρονική συγκυρία, είναι χρέος μας να κερδίσουμε το στοίχημα τού ποιοτικού τουρισμού που θα σέβεται αλλά και θα αναδεικνύει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της περιοχής.


Του Μιχάλη Βαμιεδάκη
Ο κ. Μιχάλης Βαμιεδάκης είναι τουριστικός επιχειρηματίας και υποψήφιος περιφερειακός σύμβουλος με τον Συνδυασμό «ΚΡΗΤΗ ΠΡΩΤΗ ΔΥΝΑΜΗ» του Σταύρου Αρναουτάκη