Οποιαδήποτε στρατηγική για την υπέρβαση της οικονομικής κρίσης δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει ως πρωταρχικό στόχο την ανάπτυξη των επενδυτικών πρωτοβουλιών και μάλιστα των ιδιωτικών, τις οποίες το κράτος οφείλει να προωθεί και να ενισχύει με κάθε θεσμικό τρόπο.

Η εν πολλοίς αυτονόητη αυτή παραδοχή υιοθετείται στη χώρα μας δυστυχώς μόνον σε επίπεδο διακήρυξης αρχών, ακόμη και από δυνάμεις που ενστερνίζονται τον οικονομικό φιλελευθερισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα στρέβλωσης στον τομέα αυτό αποτελεί, δίχως αμφιβολία, η πολιτική της χώρας στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και κυρίως στα φωτοβολταϊκά. Σε μια χώρα που θα μπορούσε να αναδειχθεί πρωτοπόρος στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκούς σταθμούς, η κρατική πολιτική των τελευταίων ετών οδηγεί σε καταστροφή των επενδύσεων που έχουν γίνει με παρότρυνση μάλιστα των κυβερνώντων.

Με πρόσχημα τα ελλείμματα που δημιούργησε η ίδια κρατική πολιτική στον ειδικό Λογαριασμό των Α.Π.Ε. επιβλήθηκαν, αρχικά με τον ν. 4093/2012 κεφαλικός φόρος 25%-30% στις τιμές πώλησης και, πρόσφατα, με τον ν. 4254/2014 υποχρεωτική μονομερής μείωση των συμβατικών τιμών σε ποσοστό που σε πολλές περιπτώσεις υπερβαίνει το 40%. Επιπλέον, με τον τελευταίο αυτό νόμο επιβάλλεται αναδρομικά υποχρεωτική έκπτωση που αγγίζει το 40% στις τιμές πώλησης για την ηλεκτρική ενέργεια που έχει παραχθεί το έτος 2013 (!).

Με τον τρόπο αυτό, το «φιλελεύθερο» (κατά τα λοιπά) κράτος ανατρέπει πλήρως τις συμβάσεις που έχουν συνάψει (και μάλιστα με παρότρυνση του ίδιου) οι επενδυτές – παραγωγοί και τους οδηγεί, εν πλήρη γνώση του, στην οικονομική καταστροφή. Αποτέλεσμα της «πολιτικής» αυτής θα είναι να περάσουν οι –οικονομικά απαξιωμένοι- φωτοβολταϊκοί σταθμοί στις δανείστριες τράπεζες και, στη συνέχεια, να πουληθούν σε εξευτελιστικές τιμές!

Πρόκειται, αναμφίβολα, για ρυθμίσεις που είναι κραυγαλέα αντισυνταγματικές, αφού παραβιάζουν ευθέως τις διατάξεις του Συντάγματος που κατοχυρώνουν την οικονομική ελευθερία, την επιχειρηματική ελευθερία και την ελευθερία των συμβάσεων (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.). Παράλληλα, προσκρούουν στις αντίστοιχες διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Τον αντισυνταγματικό χαρακτήρα των περιορισμών αυτών εντοπίζει μάλιστα και η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής στην Έκθεσή της που συνοδεύει τον ν. 4254/2014 (!). Έτσι, το κράτος αντί να είναι αρωγός και συμπαραστάτης των παραγωγών-επενδυτών καθίσταται κυριολεκτικά αντίδικός τους, αφού τους υποχρεώνει να καταφεύγουν μαζικά στη Δικαιοσύνη για να προασπίσουν στοιχειωδώς τα συμφέροντά τους, καταθέτοντας αγωγές στα διοικητικά και στα αστικά δικαστήρια.

Μπροστά σε μια τέτοια πολιτική αντιφάσεων θα μπορούσε να αναρωτηθεί εύλογα κανείς τι και ποιον εξυπηρετεί τελικά αυτή η εμφάνιση του κράτους με τη μορφή Ιανού: Ταυτόχρονα ως υπέρμαχου των επενδυτικών πρωτοβουλιών και ως πολέμιου και αντίδικου των επενδυτών… Ένα είναι βέβαιο πάντως: Το κράτος Ιανός δεν θα κατορθώσει ποτέ να γίνει αξιόπιστος προορισμός επενδυτικών κεφαλαίων και, άρα, φορέας ανάπτυξης και προόδου.

Απόστολος Παπακωνσταντίνου
*Ο Συνταγματολόγος Δρ. Απόστολος Παπακωνσταντίνου είναι εταίρος της Δικηγορικής Εταιρείας «Απ. Παπακωνσταντίνου – Γ. Κατρούγκαλος – Ν. Χλέπας και Συνεργάτες»
newmoney.gr