Η Ευρωπαϊκή Ιστορία είναι ιστορία διασυνδεδεμένων, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, περιφερειών. Η αρχαία Ελλάδα ήταν σύνολο κρατών - πόλεων, που τα συνέδεε μια Ιδέα και ένας Πολιτισμός. Η Ρώμη συγκροτήθηκε ως διασυνδεδεμένο σύνολο ανεξαρτήτων περιφερειών με κεντρική διοίκηση. Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία συνέχισε, επίσης, ως σύνολο περιφερειών με κεντρική διοίκηση, η αυστηρή όμως εξάρτησή τους από το νέο κέντρο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη, και η κλειστότητα του όλου συστήματος, φαίνεται να ήταν και ο λόγος που συνετέλεσε στη τελική της διάλυση.

Ο ευρωπαϊκός Μεσαίωνας ξεκίνησε με σπαρασσόμενες ομάδες πολεμιστών που εναλλάσσονταν στην εξουσία των γαιών, οδηγήθηκε όμως στη γένεση της Ευρώπης, ως σύνολο περιφερειών που κατανόησαν την ανάγκη σύμπνοιας και συνεργασίας – κάτι που επετεύχθη κυρίως χάρις στον χριστιανισμό και στη σύνθεσή του με τις αρχαιοελληνικές παρακαταθήκες. Αιώνες κοινωνικοπολιτικών διεργασιών, αλλά και ένοπλων συρράξεων οδήγησαν στη δημιουργία εθνών - κρατών, που συνένωσαν υπό την εξουσία τους περιφέρειες.

Αυτά τα έθνη - κράτη συνεχώς «αντάλλασσαν» τα γεωγραφικά τους όρια και μόλις τον περασμένο αιώνα άρχισαν να κατασταλάζουν ως γεωγραφικές ενότητες και να συνεργάζονται στενά: στην αρχή με τη σύμπηξη οικονομικών συνεργασιών και στη συνέχεια με προσπάθειες ενίσχυσης αυτής της συνεργασίας.

Από αυτήν την σύντομη ιστορική επισκόπηση, γίνεται φανερό πως η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ουσιαστικά ένα σύνολο περιφερειών οι οποίες έχουν ανάγκη να συνεργαστούν για να εξακολουθούν να υπάρχουν.

Στα πλαίσια αυτά η Συνθήκη της Λισαβόνας, πέραν των ήδη τεθέντων στόχων περί οικονομικής συνοχής μεταξύ των κρατών, έθεσε ρητώς και την ανάγκη εδαφικής συνοχής μεταξύ όλων των περιφερειών της Ευρώπης, καθώς και την ανάγκη προώθησης της αρχής της επικουρικότητας .

Επίσης με τη δήλωση της Κοπεγχάγης τονίστηκε η ανάγκη να απελευθερωθεί η δυναμική των Δήμων και των Περιφερειών, για να αποκτήσουν ενισχυμένο ρόλο στη στρατηγική για την ευρωπαϊκή ανάπτυξη και ολοκλήρωση.

Αυτή η ανάγκη αναγνώρισης και ενίσχυσης των Περιφερειών ως των κυττάρων της ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η συνακόλουθη ανάγκη επιδίωξης «εδαφικής συνοχής» – δηλαδή ενίσχυσης μιας ισοδύναμης ανάπτυξης, με άρση, από όλες τις ευρωπαϊκές περιφέρειες, των όποιων αδυναμιών των και των κάθε είδους αποκλεισμών από τους κοινούς ευρωπαϊκούς στόχους – αναγνωρίζεται και υιοθετείται ολοένα και περισσότερο μέσω διαφόρων μελετών που ανατίθενται από τα όργανα της Ε.Ε. για τον σκοπό αυτό και προωθείται ως σκοπός και διευθύνουσα ιδέα, από όλα τα κράτη - μέλη.

Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια γίνεται στην Ευρώπη έντονη συζήτηση γύρω από την έννοια - στόχο περί «στρατηγικής ολοκληρωμένης χωρικής ανάπτυξης». Διαπιστώνεται και επιδιώκεται η τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη με βάση τα ξεχωριστά παραγωγικά και ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα του κάθε τόπου ή της κάθε περιφέρειας, με την πρόσδοση σε αυτές «εξειδικεύσεων» και με την ενεργό συμμετοχή τους σε διακρατικές ή ακόμα και υπερ-κρατικές συνεργασίες.

Το πρόβλημα με την Ελλάδα είναι πως, παρ’ όλες τις προσπάθειες που έγιναν για μεταφορά εξουσίας και αυτονομίας στον σχεδιασμό και υλοποίηση της ανάπτυξης στις Περιφέρειές της, η κεντρική εξουσία επιμένει στον ασφυκτικό έλεγχο του κράτους, με την Αυτοδιοίκηση στο περιθώριο.

Η Ελλάδα λειτουργεί πρακτικά ως μία Περιφέρεια με κέντρο την Αθήνα. Η Αθήνα αποτελεί το διοικητικό κέντρο αναφοράς όλης της επικράτειας και όλων των κατοίκων της χώρας, η Αθήνα μελετά, η Αθήνα αποφασίζει, η Αθήνα ορίζει.

Οι διάφορες προσπάθειες διοικητικής αποκέντρωσης που έχουν γίνει περιορίζονται στη διοικητική εξυπηρέτηση των κατοίκων σε δευτερεύοντα ζητήματα. Η εξουσία και οι σοβαρές αποφάσεις, δηλαδή οι αναπτυξιακοί σχεδιασμοί και η υλοποίησή τους, παρέμειναν αρμοδιότητα του κεντρικού κράτους, με επίκληση γι’ αυτό του ισχύοντος Συντάγματος της χώρας – αν και υπάρχουν άρθρα του που θα μπορούσαν να ερμηνευτούν απολύτως διαφορετικά.

Η τελευταία διοικητική μεταρρύθμιση με την επωνυμία «Καλλικράτης» αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας, παρ’ όλες τις κριτικές που δέχεται. Το ότι συγκεντρώνει τις πολυάριθμες και άρα αδύναμες τοπικές αυτοδιοικήσεις σε λιγότερους και άρα ισχυρότερους αυτοδιοικητικούς πυρήνες, είναι θετικότατο.

Επιπλέον, η Περιφέρεια καθίσταται η κύρια αυτοδιοικητική μονάδα, αυτή δηλαδή που χρησιμοποιείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση στην έκφραση της αυτοδιοικητικής πολιτικής της και θα επιτρέψει στη χώρα να συνεννοείται καλύτερα και να αξιοποιεί πολύ περισσότερο τα διάφορα σχετικά χρηματοοικονομικά Ευρωπαϊκά Προγράμματα.

Σήμερα, λοιπόν, οι δυνατότητες που διανοίγονται για όλες τις Περιφέρειες της Ευρώπης και, κατ’ επέκταση για την Περιφέρεια της Κρήτης είναι τεράστιες. Η Περιφερειακή Αρχή πρέπει να είναι σε θέση να κατανοήσει τις προκλήσεις που έχουν ανακύψει και να εκμεταλλευτεί τη νέα δυναμική που διαμορφώνεται στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πρέπει να είναι σε θέση να διαβουλευτεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο όχι στη λογική της στυγνής δοσοληψίας αλλά στη βάση μιας ευρωπαϊκής συν-αντίληψης προώθησης των συμφερόντων της Περιφέρειας Κρήτης και των συγκριτικών της πλεονεκτημάτων μέσα σε μία ομάδα ισότιμων εταίρων.

Οδεύοντας προς μια Ευρώπη των Περιφερειών η επιλογή του φορέα εκπροσώπησης μας, ήτοι του προσώπου του περιφερειάρχη, σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον δε μπορεί να αφήνεται στην τύχη.

Στις επερχόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές η ψήφος των πολιτών θα σηματοδοτήσει και την στάση που θα υιοθετήσει μία από τις δυναμικότερες Περιφέρειες της Ευρώπης, αυτή της Κρήτης.

Οι πολίτες της Κρήτης, πολίτες της Ευρώπης συνάμα, οφείλουν να επιλέξουν το καλύτερο για τους ίδιους και τα παιδιά τους.

Γαρυφαλιά Βιδάκη
Νομικός – Πολιτικός Επιστήμονας
Υποψήφια Περιφερειακή Σύμβουλος Ν. Ηρακλείου με το συνδυασμό του κ. Τσόκα