Ο κυβερνητικός στόχος αύξησης της απασχόλησης από 55% σε 70% έως το 2020 δεν μοιάζει να πείθει τον επίτροπο Απασχόλησης, Λάσλο Αντορ, ο οποίος βρέθηκε αυτήν την εβδομάδα στην Αθήνα για μία διάλεξη στο ΕΛΙΑΜΕΠ με αφορμή την παρουσίαση των συμπερασμάτων της πανευρωπαϊκής έρευνας με θέμα «Νέες πηγές συνοχής». «Αν ο στόχος αυτός ανακοινώθηκε μόλις τώρα, είναι δύσκολο φυσικά να το σχολιάσω», παραδέχεται και δεν αρνείται ότι μπορεί η εξαγγελία να είναι προεκλογική. «Αυτό που έχει όμως σημασία πριν από τις εκλογές, αλλά και μετά αυτές, είναι η κυβέρνηση να διατηρήσει τη φιλοδοξία. Το πού ακριβώς βρισκόμαστε ή με πόση καθυστέρηση θα επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, είναι ένα άλλο ερώτημα», επισημαίνει.

«Μιλώντας λοιπόν πολιτικά, θεωρώ ότι είναι προτιμότερο να γίνουν αποδεκτές βραδυπορίες για την επίτευξη φιλόδοξων στόχων, αντί να αρκεστούμε σε μετριοπαθέστερους στόχους. Γιατί σε αυτήν την περίπτωση θα ήταν σαν να αποδεχόμαστε ότι η κρίση προκάλεσε μια καταστροφή, την οποία δεν μπορούμε να διορθώσουμε. Καμία κυβέρνηση δεν θα έπρεπε να το αποδεχθεί αυτό», εξηγεί. Η επόμενη ερώτηση είναι κατά πόσον η Κομισιόν επέδειξε έλλειψη ευαισθησίας στη διάρκεια της κρίσης, εμμένοντας π.χ. στο πλαίσιο της τρόικας σε αυστηρά κριτήρια απορρύθμισης της αγοράς εργασίας και αποφεύγοντας να θέσει εξίσου δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές για την καταπολέμηση της ανεργίας. Ρόλος της τρόικας ήταν, κατά τη γνώμη του, αποκλειστικά «να επιβλέψει την εφαρμογή όσων συμφωνήθηκαν μεταξύ των πιστωτών και των δανειζόμενων, όχι μόνο της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας. Η Ιρλανδία βγήκε από το πρόγραμμα, η Πορτογαλία ελπίζουμε θα το πράξει σύντομα, δυστυχώς όμως και στις δύο περιπτώσεις όπως και στην Ελλάδα το κοινωνικό κόστος, που κατέβαλαν, υπήρξε τεράστιο», αναγνωρίζει. «Πρέπει να βάλουμε πίσω μας αυτήν τη φάση και να διασφαλίσουμε ότι δεν θα έχουμε ξανά κρίσεις σαν τη σημερινή», υπογραμμίζει ο κ. Αντορ.

Ερωτηθείς αν η ανεργία είναι ένα πρόβλημα που χρήζει εθνικής ή ευρωπαϊκής απάντησης, λέει ότι μια πανευρωπαϊκή αντιμετώπιση του προβλήματος, που θα είχε εφαρμογή σε όλες τις χώρες, δεν είναι ούτε εφικτή ούτε αποτελεσματική. «Προφανώς δεν μπορούμε να ελπίζουμε πως θα μειώσουμε την ανεργία χωρίς να επιλύσουμε την υφέρπουσα οικονομική και δημοσιονομική κρίση, προκειμένου να ενθαρρύνουμε μεγαλύτερες επενδύσεις και συνεπώς ανάπτυξη, τόσο στον πυρήνα όσο και στην περιφέρεια της Ε.Ε.». Με αυτό το δεδομένο πιστεύει ότι τα 6 δισ. ευρώ της Πρωτοβουλίας για την Απασχόληση των Νέων δεν επαρκούν για την καταπολέμηση της ανεργίας των νέων, αν δεν συνοδευτούν από κονδύλια, που θα προέλθουν από τις εθνικές κυβερνήσεις. Χρειάζεται όμως επαγρύπνηση και για την προστασία της απασχόλησης, «για να προλάβουμε μια κατάρρευση των συνθηκών εργασίας και να προστατεύσουμε τους εργαζομένους από την εκμετάλλευση». «Είναι αλήθεια ότι η κρίση έχει θέσει υπό πίεση την αγορά εργασίας, αλλά η Ε.Ε. θα πρέπει να αποφύγει μια κούρσα προς τον πάτο, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση της ποιότητας απασχόλησης», υπενθυμίζει, απαριθμώντας τα βασικά δικαιώματα για τους Ευρωπαίους εργαζομένους, όπως οι περιορισμοί στις ώρες εργασίας, οι ελάχιστες περίοδοι ξεκούρασης, η ετήσια άδεια, η προστασία από ενδεχόμενη χρεοκοπία του εργοδότη κ.λπ. Αρνείται ότι το μισθολογικό «ντάμπινγκ», που υιοθέτησε επί μακρόν η Γερμανία, αποτελεί τον πυρήνα των τεράστιων αποκλίσεων στην ανταγωνιστικότητα μεταξύ των χωρών του ευρωπαϊκού πυρήνα και της περιφέρειας, όπως έγραψαν πρόσφατα οι «Τάιμς της Νέας Υόρκης». Δεν βλέπει όμως με κακό μάτι το γερμανικό σχήμα των «mini-jobs», πάνω στο οποίο βασίστηκε η καταπολέμηση της ανεργίας στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης. «Είναι αναμφισβήτητα ένας τρόπος εισαγωγής μεγαλύτερης ευελιξίας στην αγορά εργασίας», λέει. Ενέχει όμως κινδύνους, γι’ αυτό άλλωστε η Κομισιόν συνέστησε πέρυσι στη Γερμανία να λάβει μέτρα που θα διευκολύνουν τη μετάβαση από αυτά τα «mini-jobs» σε πιο βιώσιμες μορφές απασχόλησης. Πάντως, «δεν είμαι υπέρμαχος μιας πανευρωπαϊκής υιοθέτησης του σχήματος», τονίζει.

Γνώρισε ανέργους από κοντά; Υπάρχει μια αίσθηση πως η Κομισιόν είναι εντελώς αποξενωμένη από την καθημερινότητα. Ο ίδιος το διαψεύδει. «Συναντώ συστηματικά ανέργους, που μετεκπαιδεύονται. Συχνά είναι άνθρωποι με αναπηρίες. Την τελευταία φορά που επισκέφτηκα την Ελλάδα βρέθηκα στην Καβάλα και παρακολούθησα ένα πρόγραμμα που έχει στόχο την ενσωμάτωση νέων με αναπηρίες στην εκπαίδευση. Συναντιέμαι δηλαδή με ανθρώπους που είναι οι αποδέκτες κοινοτικών κονδυλίων και υποστήριξης. Ολοι μας προσπαθούμε να αποκτήσουμε άποψη από πρώτο χέρι», δηλώνει.

kathimerini.gr