«Πολύ κακό για το τίποτα». Με τη φράση αυτή περιγράφουν παράγοντες της αγοράς την «επόμενη ημέρα» από την «επανεκκίνηση» των μεταβιβάσεων, οι οποίες είχαν ανασταλεί, για τέσσερις μήνες, λόγω του αλαλούμ με το φόρο υπεραξίας. Όπως αναφέρουν συμβολαιογράφοι, εν τέλει, η επιβάρυνση για τον πωλητή από το καινούργιο αυτό βάρος δεν είναι τόσο μεγάλη, με δεδομένο ότι φορολογείται η διαφορά της τιμής κτήσης από την τιμή πώλησης μόνο σε ακίνητα αποκτηθέντα πριν από την 1/1/1995.

Όπως αναφέρει η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών, «τερματίστηκε η αποχή των συμβολαιογράφων από τα συμβόλαια μεταβίβασης, ενώ δημοσιεύθηκαν οι απαιτούμενες υπουργικές αποφάσεις και η διευκρινιστική εγκύκλιος».

Πλέον, το real estate περιμένει να «ανασάνει», έως κάποιο βαθμό, από τις αγοραπωλησίες που είχαν συσσωρευτεί κατά τους τελευταίους μήνες, με αποτέλεσμα το Δημόσιο να έχει απωλέσει 100 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των κτηματομεσιτών.

Τι ισχύει με το φόρο υπεραξίας

Όπως αναφέρει η ΠΟΜΙΔΑ, με την τελευταία ρύθμιση του Ν. 4254/2013 μειώθηκε αισθητά, σε σχέση με τις προισχύσασες ρυθμίσεις, η επιβάρυνση του φόρου υπεραξίας, των κάθε είδους συναλλαγών σε ακίνητα, ενώ απαλλάσσονται πλήρως οι πωλήσεις ακινήτων που διακατέχονται από τον πωλητή τους πριν από 1/1/1995. Ο φόρος υπεραξίας απομειώνεται, ανάλογα με τα έτη διακράτησης του ακινήτου και υπολογίζεται με συντελεστή 15%. Ειδικότερα προβλέπονται τα εξής.

1. Απαλλάσσονται πλήρως από το φόρο υπεραξίας τα ακίνητα που αποκτήθηκαν έως και 31/12/1994. Επίσης στην πράξη απαλλάσσονται και όλα τα ακίνητα που αποκτήθηκαν από το 2007 και μετά, όταν αυτά πωλούνται σε τιμή ίση ή μικρότερη της αντικειμενικής, εφόσον οι αντικειμενικές αξίες από το 2007 παραμένουν αμετάβλητες μέχρι σήμερα.

2. Η τιμή πώλησης είναι αυτή που θα δηλωθεί από τους συμβαλλόμενους στο πωλητήριο συμβόλαιο. Η τιμή κτήσης είναι η αναγραφόμενη στο συμβόλαιο απόκτησης του ακινήτου, ενώ επί κληρονομιών, δωρεών κτλ η τιμή κτήσης είναι η αξία πάνω στην οποία υπολογίστηκε ο σχετικός φόρος.

3. Για τα ακίνητα που δεν προκύπτει η τιμή κτήσης, η τιμή πώλησης αποπληθωρίζεται με βάση το δείκτη τιμών κατοικιών των ετών που διακρατήθηκε και ο οποίος δημοσιεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος.

4. Το ποσό της "υπεραξίας" που προκύπτει από τη διαφορά της τιμής κτήσης με την τιμή πώλησης απομειώνεται σε ποσοστό έως και 40%. Ειδικά για τα ακίνητα που αποκτήθηκαν από το 1995 έως και το 2002 το ποσοστό απομείωσης προσαυξάνεται κατά 20% ακόμη.

5. Στις περιπτώσεις χρησικτησίας που συμπληρώθηκε προ της 31.12.1994, ως τιμή κτήσης θεωρείται αυτή της 1.1.1995.

6. Στις περιπτώσεις ανέγερσης ακινήτου με αυτεπιστασία ως χρόνος κτήσης θεωρείται ο χρόνος μετά την παρέλευση 5 ετών από την ημερομηνία έκδοσης ή 2 ετών από την ημερομηνία ανανέωσης της οικοδομικής άδειας ανέγερσης, εκτός εάν η μεταβίβαση γίνεται εντός των παραπάνω προθεσμιών.

7. Από το ποσό της υπεραξίας που προκύπτει, αφαιρούνται 25.000 ευρώ, και φορολογείται το υπόλοιπο ποσό, με την προυπόθεση ότι το ακίνητο διακρατήθηκε τουλάχιστον επί 5 έτη. Η παράλογη διάταξη που απέκλειε την αφαίρεση αυτή αν είχε πραγματοποιηθεί άλλη μεταβίβαση ακινήτου κατά το χρόνο διακράτησης καταργήθηκε.

8. Οι συμβολαιογράφοι υποχρεούνται να ελέγχουν την ορθότητα όλων των χαρακτηριστικών του μεταβιβαζόμενου ακινήτου (χρόνος διακράτησης κτλ) αλλά δεν είναι υπεύθυνοι για στοιχεία που δεν ήταν υποχρεωμένοι να ελέγξουν.

9. Ο φόρος υπεραξίας εισπράττεται και παρακρατείται από τους συμβολαιογράφους και αποδίδεται εντός 5 ημερών στο δημόσιο.

Που επικεντρώνεται η ζήτηση

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τους κτηματομεσίτες η ζήτηση επικεντρώνεται στα φθηνά ακίνητα, ακόμη και εάν αυτά είναι μικρού μεγέθους ή παλαιά. Όπως εξάλλου, προκύπτει από έρευνα του δικτύου Re-max, κατά το 2013 συνεχίστηκε η τάση των προηγουμένων ετών.

Οι αγοραστές, δηλαδή, σε ποσοστό 87% προτίμησαν μεταχειρισμένες κατοικίες (άνω της 5ετίας), έναντι των νεόδμητων & νέων (μέχρι 5ετίας) που μόλις συγκέντρωσαν το 13% (πλήρης αδιαφορία για τα νεόδμητα, που τα προτίμησαν μόλις το 2% των αγοραστών).

Μάλιστα, στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη, κυριάρχησαν τα παλαιά ακίνητα (άνω 25ετίας) σε ποσοστά 47% & 71% αντίστοιχα. Στις υπόλοιπες περιοχές, 7 στους 10 αγοραστές (68%) προτίμησαν κατοικίες έως 15 ετών (αριθμός υπερδιπλάσιος σε σχέση με την Αττική και 5-6 φορές μεγαλύτερος συγκριτικά με τη Θεσσαλονίκη).


capital.gr/του Δημήτρη Δελεβέγκου