Τεράστια κεφάλαια και μεγάλες ελπίδες για την επόμενη ημέρα επενδύθηκαν τον τελευταίο μήνα στις τέσσερις συστημικές τράπεζες, με την αγορά να περιμένει από την επαύριο των αυξήσεων κεφαλαίου απάντηση στο ερώτημα αν οι μετοχές τους θα ανταποκριθούν στις τεράστιες προσδοκίες που καλλιεργεί η μαζική είσοδος ξένων επενδυτικών σχημάτων στο μετοχικό τους κεφάλαιο.

Οι ξένοι σάρωσαν τις αυξήσεις και κρατούν ψηλά τις συναλλαγές αφενός γιατί τους προσφέρθηκαν μετοχές σε συγκριτικά δελεαστικές τιμές σε σχέση με την πρώτη ανακεφαλαιοποίηση, και αφετέρου γιατί παίζουν δυνατά το σενάριο ανάκαμψης της κερδοφορίας που με βάση τις εκτιμήσεις τους μέχρι το 2016-2017 θα έχει οδηγήσει τα συνολικά κέρδη του κλάδου πάνω από τα 6 δισ. ευρώ, δηλαδή σε προ κρίσης επίπεδα.

Παρότι πολλοί τρέφουν προσδοκίες ακόμη και για διπλασιασμό των αποτιμήσεων του κλάδου μεσοπρόθεσμα, είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς πως οι ελληνικές τράπεζες θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν σχετικά σύντομα επίπεδα κεφαλαιοποίησης άνω των 60 δισ. ευρώ όταν ήδη πλέον η χρηματιστηριακής τους αξία προσεγγίζει τα 30 δισ. ευρώ και φτάνει να αντιστοιχεί σε πάνω από 40% της συνολικής κεφαλαιοποίησης στο ΧΑ.

Eurobank
Παρότι η πρώτη ημέρα διαπραγμάτευσης δεν είναι ενδεικτική, ένα πρώτο στίγμα για τις προθέσεις της αγοράς αναμένεται να δοθεί από σήμερα μέσω της Eurobank καθώς μπαίνουν προς διαπραγμάτευση οι 9.238.709.677 νέες μετοχές της αύξησης ύψους 2,8 δισ. ευρώ. Τις προηγούμενες ημέρες η σπέκουλα γνώρισε πιένες στη μετοχή καθώς οι ξένοι επενδυτές είχαν τη δυνατότητα να πουλήσουν ανοιχτά τις μετοχές της ΑΜΚ παρότι δεν τις είχαν στην κατοχή τους. Από σήμερα δυνατότητα πώλησης θα έχουν και εγχώριοι επενδυτές.

Οι συναλλαγές που έγιναν στο -17% της Τετάρτης με τον όγκο ρεκόρ των 196 εκατ. τεμαχίων θα εκκαθαριστούν επίσης σήμερα και σε συνδυασμό με την έναρξη διαπραγμάτευσης των νέων μετοχών αλλά και τις σημαντικές υπεραξίες που έχουν όσοι μπήκαν στα 0,31 ευρώ της αύξησης (+18%) αναμένεται ότι η μεταβλητότητα θα είναι έντονη. Η μετοχή πάντως δείχνει σύμφωνα με αρκετούς τεχνικούς αναλυτές να ολοκληρώνει έναν μεγάλο καθοδικό κύκλο στην περιοχή των 0,30 ευρώ και μετά από απώλειες 60% τους επτά προηγούμενους μήνες, αποκτά αξιόλογες ανοδικές προοπτικές παρότι πλέον η κεφαλαιοποίηση της θα ξεπερνά τα 5,5 δισ. ευρώ με το 65% να βρίσκεται στα χέρια ιδιωτών επενδυτών.

Εθνική

Το δεύτερο μήνυμα θα έρθει από την Εθνική που και για αυτή παίζεται δυνατά το σενάριο να διαμορφώνει κοντά στα τρέχοντα επίπεδα έναν σημαντικό χρηματιστηριακό πυθμένα. Η απόκλιση της χρηματιστηριακής τιμής (2,58 ευρώ) σε σχέση με την τιμή στην οποία θα υλοποιηθεί η αύξηση κεφαλαίου των 2,5 δισ. ευρώ (2,2 ευρώ σύμφωνα με το βιβλίο προσφορών που έκλεισε χθες) είναι περίπου 14% και δεν αποκλείεται μέρος της διαφοράς να διατηρηθεί στο ταμπλό σύμφωνα με αναλυτές.

Χθες η μετοχή βρέθηκε στα χαμηλότερα επίπεδα από τον Αύγουστο του 2013 έχοντας καταγράψει σωρευτική πτώση 40% από τον Μάρτιο. Βρήκε όμως στήριξη στην ανερχόμενη γραμμή τάσης από τα χαμηλά του περσινού Απριλίου (1,83 ευρώ) ενώ η μεγάλη αύξηση του όγκου συναλλαγών με 5,6 εκατ. τεμάχια (δεύτερος υψηλότερος όγκος για το 2014) έδειξε ότι ενεργοποιήθηκαν αγοραστές στη μετοχή. Η χαμηλή τιμή της αύξησης κεφαλαίου αποτέλεσε καταλύτη για την μεγάλη υποχώρηση της μετοχής, δημιούργησε όμως και αξιόλογα περιθώρια ανόδου για τον τίτλο, εφόσον εξακολουθήσουν να ισχύουν οι τιμές στόχοι των αναλυτών. Με εξαίρεση τη Nomura που έχει θέσει τον πήχη στα τρέχοντα επίπεδα, οι περισσότεροι ξένοι οίκοι (JP Morgan, Deutsche Bank, Bank of America, Wood & Company κ.α δίνουν τιμές στόχους πάνω από τα 3,5 με 3,6 ευρώ ήτοι 40% υψηλότερα από τα σημερινά επίπεδα.

Alpha και Πειραιώς
Για τις μετοχές των άλλων δύο συστημικών τραπεζών, της Πειραιώς και της Alpha, το διάστημα που μεσολάβησε μετά τις αυξήσεις τους ήταν περίοδος αναμονής για τους μετόχους. Η Alpha Bank παραμένει σταθερά μέχρι σήμερα πάνω από την τιμή της αύξησης κεφαλαίου που έγινε στα 0,65 ευρώ και πολύ κοντά στα υψηλά της (0,7540 ευρώ) με την κεφαλαιοποίησή της να διαμορφώνεται στα 7,6 δισ. ευρώ έχοντας αυξηθεί κατά 10% από τις αρχές του έτους. Οι αναλυτές δίνουν στη μετοχή περιθώρια ανόδου μέχρι 30% καθώς ο πήχυς τοποθετείται από αρκετούς (JP Morgan, Εθνική, Pantelakis, Wood & Company κ.α, μεταξύ 80 και 90 λεπτών.

Στην Πειραιώς η βραχυπρόθεσμη τάση είναι μέχρι σήμερα καθαρά πτωτική καθώς η μετοχή έχει υποχωρήσει σε χαμηλά 13 εβδομάδων καταγράφοντας απώλειες περίπου 20% από τα υψηλά του Μαρτίου και σύμφωνα με αναλυτές θα πρέπει να ανακτήσει τα 1,86 ευρώ για να ελπίζει σε επαναφορά της σε ανοδική τροχιά. Η Πειραιώς είναι σήμερα η μεγαλύτερη σε αξία ελληνική τράπεζα με 9 δισ. ευρώ κεφαλαιοποίηση, ενώ οι περισσότεροι αναλυτές την κατατάσσουν στις κορυφαίες επιλογές τους δίνοντας συστάσεις αγοράς με τιμές στόχους που συγκλίνουν στα 2 με 2,30 ευρώ.

Τραπεζικός δείκτης

Μέχρι στιγμής οι δύο τελευταίοι μήνες έχουν παρέλθει με την αγορά συνολικά να διορθώνει αλλά τον τραπεζικό κλάδο να υποχωρεί με διπλάσιες απώλειες έναντι του Γενικού Δείκτη (20% έναντι 10%) και να αναζητά πλέον ισορροπίες στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων οκτώ μηνών.

Σημεία κλειδιά για τον τραπεζικό δείκτη είναι οι 210 μονάδες από τη μια και οι 165 μονάδες από την άλλη με τις τιμές αυτή την περίοδο να βρίσκονται στην κάτω πλευρά της πολύμηνης ζώνης συναλλαγών, χωρίς ωστόσο να έχουν δώσει ενδείξεις για το αν οι τιμές θα σπάσουν το κανάλι συσσώρευσης ή θα συνεχίσουν να κινούνται μέσα από αυτό.

Ο παράγοντας του εκλογικού ρίσκου προβάλλεται ως ένας λόγος υποχώρησης των αποτιμήσεων, όμως αυτό που έπαιξε σημαντικότερο ρόλο στη διολίσθηση των περισσότερων τραπεζικών μετοχών από 10-15% (Alpha και Πειραιώς) μέχρι 35% - 40% (Eurobank και Εθνική) από το τελευταία υψηλά τους, ήταν οι εκπτώσεις στις οποίες έγιναν οι αυξήσεις κεφαλαίου.

Από την άλλη το γεγονός ότι κάπου 8,3 δισ. ευρώ ζεστού χρήματος τοποθετήθηκαν στον δεύτερο κύκλο ανακεφαλαιοποίησης του κλάδου εν μέσω προεκλογικής περιόδου, δείχνει ότι οι νέοι μεγαλομέτοχοι των ελληνικών τραπεζών πολλοί εκ των οποίων αποτελούν κορυφαία ονόματα της παγκόσμιας επενδυτικής σκηνής (Fairfax, Paulson, Soros, Pimco, BlackRock, Blackstone, Wellington, JP Morgan, Citi, York Capital, κ.α) είτε δεν ανησυχούν για τον πολιτικό κίνδυνο, είτε ότι έχουν μακροπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα και ευρύτερα σχέδια για τον έλεγχο του εγχώριου τραπεζικού συστήματος.

Γεγονός είναι πάντως πως η επόμενη ημέρα των αυξήσεων κεφαλαίου διαμορφώνει ένα εντελώς νέο χρηματιστηριακό σκηνικό στον τραπεζικό κλάδο, όχι μόνο επειδή παραδοσιακοί μέτοχοι και το ελληνικό δημόσιο (ΤΧΣ) οι οποίοι στήριξαν τον πρώτο κύκλο ανακεφαλαιοποίησης έχουν υποσκελιστεί από ξένους επενδυτές, αλλά και επειδή ανάμεσα στους νέους μετόχους υπάρχει έντονο το κερδοσκοπικό στοιχείο το οποίο βραχυπρόθεσμα αναμένεται ότι θα κυριαρχήσει και να πυροδοτήσει έντονες διακυμάνσεις στις τιμές.

Αυτό που τονίζουν οι αναλυτές είναι πως κάθε περίπτωση είναι διαφορετική στο ταμπλό, όλες οι τράπεζες όμως συγκλίνουν σε κάποια κοινά στοιχεία: θεωρούνται (μέχρι νεωτέρας) ως «επαρκώς κεφαλαιοποιημένες» ενόψει των πανευρωπαϊκών stress test, όλες έχουν πλέον σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό ξένους βασικούς μετόχους που δεν μπήκαν για να χάσουν, παρουσιάζουν ανταγωνιστικές συγκριτικές αποτιμήσεις σε σχέση με τον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο, οι προοπτικές να περάσουν σε αξιόλογα κέρδη από την ερχόμενη χρονιά είναι σημαντικές ενώ συνολικά ο κλάδος βρίσκεται σε φάση αναβαθμίσεων και προτείνεται πλέον για αγορά από την πλειονότητα των αναλυτών με τις τιμές στόχους να «υπόσχονται» υψηλές υπεραξίες.


Το διάγραμμα του τραπεζικού δείκτη




capital.gr