Αυτό που μάθαμε από την έκθεση Pearson – Economist Intelligence Unit είναι ότι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι το ασθενέστερο στην Ευρώπη και ένα από τα πιο αδύναμα από τα 38 κράτη (με το Χονγκ Κονγκ 39) που αξιολογήθηκαν. Ομως η έκθεση Ρearson - Economist δεν καταδεικνύει μόνο αδυναμίες. Αν επικεντρωθεί κανείς στις πρώτες θέσεις της λίστας, στις χώρες της ανατολικής Ασίας και την Φινλανδία, μπορεί να εξαγάγει πολύτιμα συμπεράσματα, ικανά να αποτελέσουν χρήσιμη πυξίδα για ένα πιο ευοίωνο μέλλον στην εκπαίδευση στη χώρα μας.

Εκπαιδευτικά συστήματα: Ετσι διαπρέπουν Φινλανδοί και Νοτιοκορεάτες

Ας το πάρουμε απ' την αρχή: Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα σημειώνει χαμηλές επιδόσεις στις δεξιότητες των μαθηματικών, των Φυσικών Επιστημών και της Κατανόησης Κειμένου στο τεστ PISA και ούτε καν συμμετέχει στα άλλα δύο βασικά εργαλεία της μέτρησης, δηλαδή στα αμερικάνικα τεστ TIMSS (αξιολογεί τις επιδόσεις στα μαθηματικά και τα θετικής κατεύθυνσης μαθήματα στην 4η Δημοτικού και την Β' Γυμνασίου) και PIRLS (αξιολογεί σε γενικές γραμμές τις γνωστικές δεξιότητες στην γλώσσα). Το γεγονός της μη συμμετοχής στις δύο αυτές αξιολογήσεις είναι από μόνο του επιβαρυντικό για την αξιολόγησή της ελληνικής εκπαίδευσης, στην τελική αποτίμηση της οποίας, η έρευνα Pearson - Economist προσμέτρησε, τελικά, παρεμφερείς παράγοντες.

Άρα, το πρώτο συμπέρασμα που θα μπορούσε αβίαστα να εξαχθεί για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα –πριν από το εάν είναι καλό ή κακό- είναι πως παραμένει αποξενωμένο από κάποια διεθνή πρότυπα αξιολόγησης με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην (αυτο)διάγνωση και επίλυση των προβλημάτων του. Και εάν δεν ξέρεις το πρόβλημα, αποκλείεται να το λύσεις.

Πέραν των τριών αυτών τεστ, η έκθεση λαμβάνει υπόψη της οικονομικά στοιχεία (δαπάνες για την Παιδεία ως ποσοστό του ΑΕΠ, ανά μαθητή κλπ) και ποιοτικά/ποσοτικά στατιστικά (ώρες διδασκαλίας, μαθητές ανά διδάσκοντα κλπ) αντλημένα κυρίως από τη βάση δεδομένων του ΟΟΣΑ.

Σημείωση: Ακόμη και σε αυτή τη βάση δεδομένων τα ελληνικά στατιστικά συχνά απουσιάζουν, καμιά φορά με συχνότητα τριτοκοσμικής χώρας. Θυμίζουμε ότι η Ελλάδα είναι ιδρυτικό μέλος του ΟΟΣΑ από το 1961 αλλά παραμένει, μακράν της δεύτερης, η χώρα με τα λιγότερα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία σε κάθε πεδίο έρευνας.


Βαριά, κόκκινη γραμμή

Τα συμπεράσματα της έκθεσης δείχνουν συντριπτική υπεροχή της Ασίας έναντι της Ευρώπης: Νότιος Κορέα, Ιαπωνία, Σιγκαπούρη, Χονγκ, Κονγκ (Κίνα) κατέλαβαν τις πρώτες θέσεις, αφήνοντας 5ους τους παραδοσιακά πρώτους Φινλανδούς (που διαβάζοντας, παρακάτω, το εκπαιδευτικό τους σύστημα μόνο μελαγχολία θα σας πιάσει κάνοντας συγκρίσεις με το δικό μας).

Αν υπάρχει μια βαριά κόκκινη γραμμή που χωρίζει τις δύο ηπείρους ως προς τα εκπαιδευτικά τους συστήματα σ΄αυτή είναι μάλλον χαραγμένη η λέξη «γονείς». Οι γονείς στις ευρωπαϊκές χώρες φαίνεται να αρκούνται στην κάπως μοιρολατρική αντίληψη του έξυπνου παιδιού που παίρνει τα γράμματα ή του παιδιού που δεν τα καταφέρνει.

Γεννιέσαι ή γίνεσαι καλός μαθητής;

Ακόμη και στη Βρετανία, το δεύτερο καλύτερο ευρωπαϊκό σύστημα, σύμφωνα με την έρευνα, οι γονείς τείνουν να θεωρούν ότι ο καλός μαθητής γεννιέται καλός. Μεγάλος αριθμός οικογενειών στη Βρετανία δεν πιστεύει ότι η σκληρή δουλειά από μόνη της μπορεί να φέρει καλούς βαθμούς, η έρευνα του Pearson διαπιστώνει ότι οι υψηλές επιδόσες είναι συνάρτηση της συμβολής των «υποστηρικτικών γονέων» και των τοπικών κοινωνιών με «κουλτούρα που ευνοεί την εκπαίδευση».


Ο γονέας - τίγρης και ο πολιτισμός της ευθύνης

Σύμφωνα με τον σερ Μάικλ Μπάρμπερ, διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας που διεξήγαγε την έρευνα, οι προσδοκίες για καλές επιδόσεις είναι «πολύ υψηλές» στις χώρες της ανατολικής Ασίας όπου οι γονείς αναγκάζουν τα παιδιά τους να περνούν πολλές ώρες μέχρι και αργά το βράδυ διαβάζοντας τα μαθήματά τους, σε «έντονη αντίθεση με χώρες όπως η Βρετανία ή οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι γονείς δεν επιδεικνύουν τέτοιες συμπεριφορές καθώς «δεν πιστεύουν ότι η προσπάθεια ανταμείβεται». Και στις δύο αγγλοσαξονικές χώρες, υπερβολικά πολλές μητέρες και πατεράδες πιστεύουν ότι το παιδί τους «είτε είναι έξυπνο, είτε δεν είναι», οπότε ελάχιστα μπορούν να γίνουν προκειμένου αυτά να ανέβουν επίπεδο, προσθέτει ο διευθύνων σύμβουλος.

Επιπλέον, στις χώρες της ανατολικής Ασίας είναι μια ιδιαίτερη «κουλτούρα ευθύνης» που, σύμφωνα με τους αναλυτές, κάνει καθηγητές και γονείς να αναλαμβάνουν τον δικό τους ιδιαίτερο ρόλο στην εκπαίδευση των παιδιών. «Είναι προφανές ότι οι γονεϊκές προσδοκίες έχουν αντίκτυπο στις επιδόσεις και το κίνητρο των μαθητών», λέει ο Μπάρμπερ. Η πίστη ότι η προσπάθεια ανταμείβεται είναι έντονη στις χώρες αυτές. Γι΄αυτό άλλωστε οι κινέζοι γονείς ξοδεύουν 13% του οικογενειακού εισοδήματος στην εκπαίδευση –το τρίτο μεγαλύτερο έξοδό τους μετά τη στέγαση και το φαγητό.

«Η πίεση από τους γονείς στους μαθητές σε συγκεκριμένα ασιατικά συστήματα προκειμένου να επιτύχουν στο σχολείο και να περνούν πολλές ώρες στο σπίτι διαβάζοντας είναι πολύ μεγάλη, κάποιοι θα μπορούσαν να πουν υπερβολικά μεγάλη», προσθέτει ο ίδιος.

Κι όλα αυτά τη στιγμή που στις δυτικές χώρες γνωρίζει όλο και μεγαλύτερη άνθιση η τάση του «Tiger Parenting», -όρος εμπνευσμένος από το βιβλίο της συγγραφέα και καθηγήτριας στη νομική σχολή του Γέιλ Έιμι Τσούα «Μητέρα Τίγρης»- σύμφωνα με την οποία μητέρες γεμίζουν τον «ελεύθερο χρόνο» των παιδιών τους με διάβασμα και ενισχυτική διδασκαλία, πιέζοντάς τα για καλύτερες επιδόσεις. Σύμφωνα με το «εγχειρίδιο» αυτού του τύπου ανατροφής τα παιδιά απαγορεύονται να παρακολουθούν τηλεόραση, να μελετούν λιγότερο από τρεις ώρες την ημέρα και να παίρνουν οποιονδήποτε βαθμό λιγότερο από άριστα στο σχολείο!

Αν και έχει προκαλέσει πολλές αντιδράσεις, καθώς πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι η στρατιωτική πειθαρχία δεν μπορεί να αποτελεί τη λύση για καλύτερες επιδόσεις στο σχολείο, λίγοι διαφωνούν με την ανάγκη «αλλαγής κουλτούρας» σε πολλές δυτικές χώρες προκειμένου οι γονείς να παίξουν ανάλογα προεξέχοντα ρόλο στην εκπαίδευση των παιδιών τους. Πάνω σε αυτό οι Φινλανδοί γονείς κάτι έχουν να πουν.

Η «προσωπική ευθύνη» ο καλύτερος μαθητής της Φινλανδίας

Μπορεί να «έπεσε» 4 θέσεις σε σχέση με την προηγούμενη αξιολόγηση, που την έφερνε στην πρώτη θέση παγκοσμίως, ωστόσο η Φινλανδία εξακολουθεί να έχει ένα από τα καλύτερα εκπαιδευτικά συστήματα στον κόσμο και το πρώτο στην Ευρώπη. Χάρη στην σταθερή πρόοδο όσον αφορά στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, οι μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καταφέρνουν να επιτύχουν υψηλές βαθμολογίες στα τεστ PISA. Η διαφορά μεταξύ των υψηλότερων και των χαμηλότερων επιδόσεων στα σχολεία είναι πολύ μικρή, ενώ μικρή είναι και η διακύμανση μεταξύ διαφόρων σχολείων αλλά και μεταξύ μαθητών με διαφορετικό οικογενειακό υπόβαθρο.

Ένας από τους λόγους για την επιτυχία της Φινλανδίας είναι ο βαθμός προσωπικής ευθύνης τόσο των δασκάλων όσο και των μαθητών. Στις δεκαετίες του '70 και του '80 η διαχείριση του σχολικού συστήματος της Φινλανδίας αποκεντρώθηκε και οι παραδοσιακές ακαδημαϊκές δομές στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση αντικαταστάθηκαν από περισσότερο ευέλικτες δομές, δίνοντας στους μαθητές περισσότερες επιλογές στη μελέτη τους.

Ετσι:

  • Οι εκπαιδευτικοί είχαν την ελευθερία να σχεδιάσουν το πρόγραμμα σπουδών και να επιλέξουν αυτοί τα εγχειρίδια.
  • Τα σχολεία στη Φινλανδία είναι το κέντρο της κοινότητας. Παρέχουν καθημερινά ένα ζεστό γεύμα σε κάθε μαθητή, υγειονομικές και οδοντιατρικές υπηρεσίες, ψυχολογική υποστήριξη και ένα ευρύ φάσμα άλλων υπηρεσιών για τους μαθητές και τις οικογένειές τους. Είναι, ως επί το πλείστον, μικρά σε μέγεθος, με ελάχιστα έξοδα διοικητικής λειτουργίας (χωρίς δεκάδες διοικητικούς ανευθυνουπεύθυνους...) ενώ χρηματοδοτούνται από τους δημοτικούς προϋπολογισμούς. Οι διευθυντές αναλαμβάνουν μέρος της διδασκαλίας ακόμη και στα μεγάλα σχολεία.
  • Οι εκπαιδευτικοί έχουν την προσωπική και επαγγελματική υποχρέωση να βοηθούν τους μαθητές για την επιτυχία τους και τους αξιολογούν σε συνεχή βάση. Οι μαθητές εργάζονται σε ομάδες επάνω σε διάφορα θέματα χωρίς να ακολουθούν αυστηρές γραμμές και κατά προτίμηση όχι σε παραδοσιακά θέματα.
  • Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του φινλανδικού συστήματος είναι ο «ειδικός δάσκαλος». Πρόκειται για έναν ειδικά εκπαιδευμένο δάσκαλο που έχει ανατεθεί σε κάθε σχολείο και ο ρόλος του είναι να συνεργάζεται με τους δασκάλους για τον εντοπισμό των παιδιών που χρειάζονται επιπλέον βοήθεια και στη συνέχεια να εργάζεται ατομικά ή σε μικρές ομάδες με αυτούς τους μαθητές προκειμένου να τους παράσχει την υποστήριξη που χρειάζονται για να συμβαδίσουν με τους συμμαθητές τους.


Βασικά στοιχεία

  • Η κοινωνία της Φινλανδίας είναι σχετικά ομοιογενής. Από τον πληθυσμό των 5,3 εκατομμυρίων κατοίκων, μόνο το 3,8% έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό, ενώ ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι στο 12,9%. Η Φινλανδία δαπανά 5,9% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της για την εκπαίδευση, ελαφρώς πάνω από το μέσο όσο του ΟΟΣΑ που είναι 5,2%.
  • Η Φινλανδία προσλαμβάνει τους δασκάλους της από το 10% των κορυφαίων αποφοίτων της. Όλοι οι εκπαιδευτικοί, από την πρωτοβάθμια μέχρι το ανώτερο δευτεροβάθμιο επίπεδο, πρέπει να έχουν πτυχίο Master.
  • Οι Φινλανδοί εκπαιδευτικοί δαπανούν 592 ώρες διδασκαλίας ανά έτος στη τάξη, πολύ λιγότερο (!) από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ που είναι 703 ώρες. Αυτό όμως τους δίδει περισσότερο χρόνο για την υποστήριξη μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες.



Αποτελέσματα:

Η Φινλανδία βρέθηκε στην κορυφή των τεστ PISA το 2000 και έκτοτε εμφανίζεται σταθερή μεταξύ των κορυφαίων. Το 2009, ο αριθμός των Φινλανδών μαθητών που έφτασαν στο υψηλότερο επίπεδο των επιδόσεων στον τομέα της επιστήμης ήταν τρεις φορές άνω του μέσου όρου του ΟΟΣΑ.

  • Οι μαθητές λυκείου σχεδιάζουν τα δικά τους ατομικά προγράμματα εκμάθησης μέσα σε μια γενικότερη ευέλικτη όμως δομή.
  • Το 2008, αποφοίτησε από την ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση της Φινλανδίας το 93%, ενώ ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ κυμαίνεται στο 80%.
  • Το 2008, πάνω από το 40% των Φινλανδών μεταξύ 20-29 ενεγράφη στο πανεπιστήμιο, πολύ πάνω από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ (25%).

ethnos.gr