Είναι πράγματι εντυπωσιακό και ταυτόχρονα λογικό. Οι Ελληνες την εποχή της κρίσης, αντί να σκεφτούν να τοποθετήσουν τις αποταμιεύσεις τους σε κάποια παραγωγική επένδυση, άνοιξαν κατά κόρον σουβλατζίδικα, χαμπουργκεράδικα, καφετέριες, κομμωτήρια και nails spa. 

Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από μυστική έρευνα που πραγματοποίησε η Task Force σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα προηγούμενα δύο χρόνια, στα 4 μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ηράκλειο, Πάτρα) της χώρας μας. 

Η έρευνα αποδεικνύει ότι Έλληνες και Ελληνίδες ηλικίας 25 έως 50 ετών, ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου, έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στον κλάδο της εστίασης όπου και επένδυσαν κατά μέσο όρο από 20.000 έως 30.000 ευρώ, χρήματα τα οποία προήλθαν είτε από αποζημιώσεις από τις εργασίες τους είτε από αποταμιεύσεις.

Και τούτο διότι κατά τη διάρκεια του 2012 και του 2013 τα τραπεζικά δάνεια ήταν σχεδόν μηδενικά. Σύμφωνα με την έρευνα, η απότομη αύξηση της ανεργίας και η κατακόρυφη πτώση της εγχώριας ζήτησης σε συνδυασμό με την έλλειψη της τραπεζικής χρηματοδότησης δεν άφηναν περιθώρια για επενδύσεις εντάσεως κεφαλαίου ή γνώσης, όπως είναι οι εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, νανοτεχνολογίας κ.λπ. Ο νέος άνεργος χρειαζόταν κάτι «γρήγορο και εύκολο» για να βγάλει τον επόμενο μήνα. Αντίθετα, οι εξαγωγές, η νανοτεχνολογία, η υψηλή τεχνολογία και γενικότερα οι λεγόμενοι παραγωγικοί κλάδοι (tradable) απαιτούν επενδύσεις, εκπαίδευση και αρκετό χρόνο.

Οι επενδύσεις σε επιχειρήσεις εστίασης δεν ήταν διόλου παράλογες αφού, ως γνωστόν, ο τζίρος των σούπερ μάρκετ υποχώρησε κατά τη διάρκεια των προηγούμενων ετών μόνο κατά 10%, ενώ μεγάλη άνθηση γνώρισαν οι επιχειρήσεις ταχείας εστίασης. Σύμφωνα με την έρευνα, πάλι, από τις 100.000 μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που άνοιξαν τα τελευταία 2 χρόνια, σχεδόν 50.000 αφορούν σουβλατζίδικα, τυροπιτάδικα, πιτσαρίες, καφετέριες και γενικά εστιατόρια ταχείας εστίασης και σχεδόν 10.000 ήταν κανονικά εστιατόρια. Επί της ουσίας, δηλαδή, κάθε μέρα άνοιγαν στη χώρα μας 165 φαγάδικα - αριθμός εντυπωσιακός. Επίσης άνοιξαν 10.000 κομμωτήρια και καταστήματα περιποίησης νυχιών, κάτι που σημαίνει ότι κάθε μέρα άνοιγαν 15 επιχειρήσεις τέτοιου είδους. 

Η μελέτη ήθελε να καταδείξει κατά πόσο μεταβλήθηκε το παραγωγικό μοντέλο στην Ελλάδα στη διάρκεια της κρίσης. Τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις χώρες που κατέφυγαν σε προγράμματα στήριξης και μνημόνια. Οι χώρες αυτές, όπως η Ελλάδα, προχώρησαν σε εκατοντάδες μεταρρυθμίσεις και πραγματοποίησαν εσωτερική υποτίμηση με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και τη μετάβαση σε ένα βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο. Η Ελλάδα ήταν η χώρα με τις περισσότερες μεταρρυθμίσεις και τη μεγαλύτερη προσαρμογή ύψους 63 δισ. ευρώ. Θα περίμενε κανείς να παρατηρηθεί σημαντική μετατόπιση επενδύσεων από τους λεγόμενους μη παραγωγικούς προς τους παραγωγικούς κλάδους. Ομως, κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Αντίθετα, συνέβη στην Πορτογαλία, στην Ιρλανδία, ακόμα και στην Ισπανία, η οποία ζήτησε στήριξη μόνο για τον τραπεζικό κλάδο. 

Επίσης, εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι στην Ελλάδα οι λιγότερες συγκριτικά παραγωγικές επιχειρήσεις (κάτω από 20%) απασχολούν πάνω από το 70% των ιδιωτικών υπαλλήλων. Από την άλλη, σύμφωνα με τους ειδικούς, διάφοροι παράγοντες δεν άφησαν την Ελλάδα να μεταβεί σε ένα πιο παραγωγικό επιχειρηματικό μοντέλο. Η βασικότερη αιτία ήταν η διακοπή της τραπεζικής χρηματοδότησης. Στα άλλα κράτη περιορίστηκε, αλλά δεν μηδενίστηκε. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα ποσοστά απόρριψης τραπεζικών δανείων στην Ελλάδα (και στην Πορτογαλία) ήταν πάνω από 50%. Το ποσοστό απόρριψης ξεκίνησε από το 37% για να φτάσει σε κάποια περίοδο το 100%.

Στη συνέχεια ακολούθησε η περίοδος κατά την οποία ούτε οι ίδιες οι επιχειρήσεις ήθελαν δάνεια από τις τράπεζες. Το φαινόμενο αυτό είναι πιο έντονο στις μεγαλύτερες και παλαιότερες (άνω των 10 ετών). Αντίθετα, ανάγκη από κεφάλαια είχαν οι νεότερες. Η τάση αυτή επιδεινώθηκε στην Ελλάδα (επίσης σε Ισπανία και Ιταλία το 2012 και εξής). Δεύτερος λόγος ήταν η χαμηλή πιστοληπτική αξιολόγηση εξαιτίας των προγραμμάτων διάσωσης. Αυτό είχε ως συνέπεια οι ελληνικές επιχειρήσεις να μην μπορούν να βγουν εύκολα στις αγορές, αφού δεν είχαν τις εγγυήσεις ή τις αποκτούσαν πολύ ακριβά. Τρίτον, όσοι τα κατάφεραν στις εξαγωγές αναγκάστηκαν να συμπιέσουν σημαντικά τα περιθώρια κέρδους λόγω του έντονου διεθνούς ανταγωνισμού, σε μια περίοδο κατά την οποία και η εξωτερική ζήτηση είχε πτωτική πορεία.