Στα μέσα του 2014, λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α΄ και Β΄ βαθμού και τις Ευρωεκλογές, η Ελλάδα είναι μια χώρα σε εντεινόμενη ανθρωπιστική κρίση. Η προσθετική επιρροή των νεοφιλελεύθερων μνημονιακών μέτρων αυστηρής λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης οδηγούν την οικονομία σε ανακυκλούμενη ύφεση, το δημόσιο χρέος σε διόγκωση, τη δημοκρατία σε συρρίκνωση, την κοινωνία σε απόγνωση.

Οι σχετικές εκθέσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat είναι ενδεικτικές, για την τετραετία 2010-2013:

- Η ύφεση ήταν συνολικά 20,4 %, με σωρευτική πτώση του Α.Ε.Π που υπερβαίνει το 25 %.
- Η ανεργία πανελλαδικά άγγιξε το 30 % στον ενεργό πληθυσμό και υπερέβη το 60 % στους νέους κάτω των 25 ετών, με περίπου 905.000 θέσεις εργασίας χαμένες και την Κρήτη, ειδικότερα, να καταγράφει αύξηση κατά επτά ποσοστιαίες μονάδες τον τελευταίο χρόνο (από το 20,7 % στο 27,5 %), σημειώνοντας «μαύρη» πρωτιά μεταξύ των υπόλοιπων Περιφερειών της Επικράτειας.
- Οι δαπάνες για επενδύσεις υποχώρησαν κατά 51 %.
- Αύξηση του ποσοστού του δημόσιου χρέους από 125 % στο 170 % του Α.Ε.Π και αύξηση του ποσοστού των ιδιωτικών «κόκκινων δανείων» από το 9 % στο 30 % επί του συνόλου.
- Ποσοστό πληθυσμού κάτω από τα όρια της φτώχειας, σε κατάσταση κοινωνικού αποκλεισμού, κοντά στο 35 %.

Κι αν τα στατιστικά και μακροοικονομικά μεγέθη λένε τη μισή αλήθεια, την άλλη μισή την λέει η πραγματικότητα που ο καθένας μας βιώνει, είτε είναι αγρότης, είτε μισθωτός και συνταξιούχος, είτε νέος επιστήμονας ή ελεύθερος επαγγελματίας, είτε, πολύ περισσότερο, άνεργος.

Σε αυτό το «κάδρο», δυστυχώς η Περιφέρεια Κρήτης δεν αποτελεί εξαίρεση. Μέσα σε ένα ούτως ή άλλως γραφειοκρατικό, πολύπλοκο και συγκεντρωτικό θεσμικό πλαίσιο, όπως είναι ο νόμος 3852/2010 (νόμος «Καλλικράτη»), με τον οποίο θεσπίστηκε η αιρετή Περιφέρεια, η νυν Περιφερειακή Αρχή υπό τον Σταύρο Αρναουτάκη λειτούργησε σαν στο «σπίτι» της.

Σε απόλυτη ευθυγράμμιση με την ασκούμενη μνημονιακή πολιτική, αποδέχτηκε πλήρως το ρόλο του διαχειριστή και διεκπεραιωτή, δεν κινητοποίησε τις παραγωγικές δυνάμεις του νησιού ούτε επιδίωξε την κοινωνία στο προσκήνιο, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που η αίθουσα συνεδριάσεων του Περιφερειακού Συμβουλίου κατακλύστηκε από σωματεία εργαζομένων, πρωτοβουλίες πολιτών, φορείς και συλλογικότητες, οι οποίοι διαμαρτύρονταν για τις συγχωνεύσεις και την υποβάθμιση των νοσοκομείων, τα προβλήματα των αγροτών και τα αδιέξοδα του αγροτικού τομέα, τις απολύσεις του πανεπιστημιακού προσωπικού, την υποχρηματοδότηση της δημόσιας παιδείας και τόσα άλλα.

Εξάλλου, ο ιστορικός και ο πολιτικός επιστήμονας του μέλλοντος θα αναφέρει τον νυν Περιφερειάρχη ως τον Υφυπουργό Ανάπτυξης της Κυβέρνησης που υπέγραψε την υπαγωγή της χώρας στον μνημονιακό λαβύρινθο. Με τον ίδιο τρόπο που θα καταγράψει και τον έτερο διεκδικητή της Περιφερειακής Αρχής, Σεραφείμ Τσόκα, ως τον διορισμένο, από τις μνημονιακές Κυβερνήσεις, Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης.

Κι αν τα παραπάνω αποδομούν με πολιτική σαφήνεια την «ανεξαρτησία» Αρναουτάκη και Τσόκα από τις ασκούμενες κυβερνητικές πολιτικές, λένε κάτι ακόμη πιο σημαντικό: Ότι η επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση για την ανάδειξη Περιφερειακής Αρχής στην Κρήτη, αλλά και στις Περιφέρειες όλης της χώρας, είναι μια εξόχως πολιτική αναμέτρηση.

Αυτοδιοικητική κι άρα εξόχως πολιτική, μιας και στα σημερινά ασφυκτικά πλαίσια που θέτουν τα μνημόνια, οι εφαρμοστικοί τους νόμοι, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και το μεσοπρόθεσμο της περιόδου 2014-2018, το αυτοδιοικητικό συμβαδίζει όσο ποτέ άλλοτε με το πολιτικό. Άρα και η ψήφος οφείλει να έχει και θα έχει πολιτικό επίχρισμα, πολιτικό συμβολισμό κι εν τέλει πολιτικό αποτέλεσμα. Όσο στις Ευρωεκλογές, τόσο και στην Αυτοδιοίκηση. Όσοι δεν το καταλαβαίνουν, πλανώνται πλάνην οικτράν, κι όσοι κάνουν πως δεν το καταλαβαίνουν, απλούστατα εξαπατούν τους πολίτες.

Κι αν θελήσουμε να εξειδικεύσουμε στην Περιφέρεια Κρήτης, το διακύβευμα σε αυτές τις εκλογές δεν βρίσκεται ούτε στη φιλοτέχνιση ενός «αυτοδιοικητικού και άφθαρτου» από πολιτικά επίδικα προφίλ, ούτε στην τεχνοκρατική αρτιότητα, ούτε στην αξιοσύνη της διαχείρισης μιας εσφαλμένης πολιτικής. Βρίσκεται στην ανατροπή αυτής της πολιτικής. Κι αυτή η ανατροπή είναι που σηματοδοτεί ο ΣΥΡΙΖΑ, ως πολιτικός φορέας, και η λαϊκή απήχηση των δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Αυτή η πολιτική αλλαγή είναι που συμπυκνώνεται στο συνδυασμό της «Ριζοσπαστικής Συνεργασίας Κρήτης», με Υποψήφιο Περιφερειάρχη το Μιχάλη Κριτσωτάκη. Να το πούμε κι αλλιώς;

Αν η Κρήτη ήταν… ανώνυμη εταιρεία, θα αναζητούσαμε τον ικανότερο και πιο άξιο μάνατζερ. Σύμφωνοι! Δεν είναι όμως ανώνυμη εταιρεία και ούτε πρόκειται να γίνει. Γι αυτό η επιλογή οφείλει να γίνει με αμιγώς πολιτικά κριτήρια, γι αυτό η λύση πρέπει να είναι πολιτική. Σε αυτές τις εκλογές η Κρήτη πρέπει και μπορεί να ακολουθήσει ένα άλλο δρόμο: Τον δρόμο της παραγωγικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης του νησιού, προς όφελος των κατοίκων του κι όχι προς όφελος λίγων μεγαλοεπιχειρηματιών, με αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της κρητικής γης και της κρητικής κουλτούρας. Τον δρόμο της κοινωνικής δικαιοσύνης, της αξιοπρεπούς διαβίωσης όλων των Κρητικών και της δημιουργικής παραμονής των νέων επιστημόνων στο νησί. Τον δρόμο, τέλος, της μετατροπής της ίδιας της Περιφέρειας Κρήτης από μηχανισμό εφαρμογής των κεντρικών κυβερνητικών αποφάσεων σε θεσμό λαϊκής εξουσίας, σε πραγματική και ουσιαστική Αυτοδιοίκηση, κι όχι Ετεροδιοίκηση, φέρνοντας στον προσκήνιο την κοινωνία, με την ενεργό συμμετοχή όλων των Κρητών.

Όσο κι αν επιχειρείται, επομένως, από κάποιους να συσκοτίσουν την πραγματικότητα, εντούτοις τα δεδομένα μας είναι εξαιρετικά ξεκάθαρα: Η επικράτηση της παράταξης του ΣΥΡΙΖΑ και η ανάδειξη του Μιχάλη Κριτσωτάκη σε επόμενο Περιφερειάρχη Κρήτης θα σηματοδοτεί το ότι η «Κρήτη αλλάζει βιβλίο, όχι απλά σελίδα», όπως εύστοχα σημείωσε ο Πρόεδρος Αλέξης Τσίπρας στην πρόσφατη επίσκεψή του στο νησί μας, θα αποδοκιμάζει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τις εφαρμοζόμενες νεοφιλελεύθερες μνημονιακές πολιτικές και θα εναρμονίζεται με ένα πρόγραμμα πολιτικής ανατροπής, που επιδιώκει την αλλαγή των συσχετισμών σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Αν τα πράγματα μείνουν ως έχουν, το βράδυ της 18ης και πολύ περισσότερο της 25ης του Μάη, οι κυβερνητικοί εταίροι Σαμαράς και Βενιζέλος θα δείχνουν την Κρήτη και θα εννοούν ότι η ασκούμενη από αυτούς πολιτική επιβραβεύεται από τους Κρήτες. Είναι, άραγε, αυτό το μήνυμα που θέλουμε να στείλουμε;

Γιάννης Αθανασάκης
Οικονομολόγος- τραπεζικός υπάλληλος, υποψήφιος Περιφερειακός Σύμβουλος Ηρακλείου
με το συνδυασμό «Ριζοσπαστική Συνεργασία Κρήτης»
(υπ. Περιφερειάρχης:Μιχάλης Κριτσωτάκης)