H τράπεζα HSBC Trinkhaus είναι η παλαιότερη ιδιωτική τράπεζα της Γερμανίας με 229 χρόνια παρουσίας και δηλώνει υπερήφανη για το ότι από την αρχή συνόδευσε και συμβούλεψε τους πελάτες της στις επιχειρηματικές τους σχέσεις στο εξωτερικό.

Σε συνεργασία με το βρετανικό ερευνητικό ινστιτούτο Oxford Economics αναλύει σε τακτική βάση τις εμπορικές σχέσεις 180 κρατών και θέτει ερωτήματα σε 5.500 εξαγωγείς, εισαγωγείς και εμπόρους από 23 χώρες. Το συμπέρασμα της τελευταίας μελέτης της HSBC Global Connections είναι ότι παρά τις τελευταίες διακυμάνσεις οι αναδυόμενες οικονομίες παραμένουν για τη γερμανική οικονομία μια πολλά υποσχόμενη αγορά.

Εκπαίδευση και τεχνολογίες

«Σε πολλές υπό ανάπτυξη χώρες με 4 δισ. κατοίκους περίπου καταγράφουμε μια αργή και μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη», λέει ο Μάρτιν Φέτερ-Ντιτς από τα κεντρικά της HSBC Trinkhaus. «Πρέπει να πω μάλιστα με μεγάλη δόση πραγματισμού, όπως έγινε και στη Γερμανία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο».

Ο γερμανός τραπεζίτης διευκρινίζει ότι η ανάπτυξη μπορεί να κρατήσει πολλές δεκαετίες, να σημειώσει σκαμπανεβάσματα αλλά και να διακοπεί σε περίπτωση εκτάκτων περιπτώσεων, ωστόσο μακροπρόθεσμα η τάση αυτή δεν θα διακοπεί: «Αιτία είναι οι περισσότερες ευκαιρίες στη εκπαίδευση αλλά και οι νέες τεχνολογίες επικοινωνίας. Βλέπουν το δικό μας επίπεδο ευμάρειας στις δυτικές κοινωνίες και εργάζονται πολύ σκληρά, όπως οι γονείς μας, για να το φτάσουν».

Η μεσαία τάξη στις αναδυόμενες οικονομίες αναπτύσσεται και μαζί της η ζήτηση για καταναλωτικά και επενδυτικά προϊόντα. Από την τάση επωφελούνται γερμανοί εξαγωγείς, διαπιστώνεται στην έκθεση Global Connections. Η γερμανική βιομηχανία εξ άλλου βρίσκεται παραδοσιακά στον τεχνολογικό τομέα σε πολύ καλή θέση.

Το παγκόσμιο εμπόριο με προϊόντα υψηλής τεχνολογίας θα ενισχυθεί κατά 9% ετησίως μέχρι το 2030 σε σχέση με τις συνολικές εξαγωγές, μια μεγάλη ευκαιρία για τους γερμανούς εξαγωγείς, σύμφωνα με την μελέτη.

Η Ευρώπη σε κρίση

Ωστόσο, για το 1/3 των 300 γερμανών επιχειρηματιών που πήραν μέρος στη μελέτη, παραμένει η Ευρώπη ο κύριος οικονομικός χώρος για τον επόμενο μισό χρόνο. Το 60% των γερμανικών εξαγωγικών προϊόντων συνεχίζει να πηγαίνει στην Ευρώπη. Γιατί λοιπόν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις να διακινδυνεύσουν στις αναδυόμενες οικονομίες, τη στιγμή που μπορούν να διαθέσουν τα προϊόντα τους στην ευρωπαϊκή γειτονιά;

«Κατ αρχήν, στην ευρωπαϊκή αγορά παρατηρείται το φαινόμενο του κορεσμού», απαντά ο Μάρτιν Φέτερ-Ντιτς. Δεύτερον, στην Ευρώπη υπάρχει κρίση, που σημαίνει ότι έχουμε μειώσει το τζίρο μας, και τρίτον είναι καλό για την ανάπτυξη των εταιρειών να ασχοληθούμε με τις περιοχές που αναπτύσσονται δυναμικά».

Το 40% των ερωτηθέντων βλέπει στις αναδυόμενες οικονομίες μεγάλες αναπτυξιακές ευκαιρίες. Βέβαια, δηλώνει, ότι θα πρέπει να ξεπεραστούν κάποια εμπόδια, όπως οι διακυμάνσεις των εθνικών νομισμάτων, που δυσκολεύουν το εμπόριο, ή σε χώρες εκτός ΕΕ οι εμπορικοί ρυθμιστικοί κανονισμοί. Πάντως η γερμανική οικονομία στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας βρίσκεται σε προνομιακή θέση.

Η έκθεση αναφέρει χαρακτηριστικά ότι μεγάλες επενδύσεις στην υψηλή τεχνολογία, η σχετικά μεγάλη εργατική παραγωγικότητα και η κουλτούρα επιχειρηματικής καινοτομίας αποτελούν ευνοϊκό πλαίσιο για τις γερμανικές εταιρείες.

Τα τελευταία χρόνια οι αναδυόμενες οικονομίες της Ασίας έχουν αναδειχθεί σε κύριους παίκτες στην παγκόσμια αγορά προϊόντων υψηλής τεχνολογίας. Μάλιστα η Κίνα ξεπέρασε τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και τη Γερμανία, κατέχει ποσοστό πάνω από 36% και είναι η μεγαλύτερη εξαγωγική χώρα στον κόσμο για αυτά τα προϊόντα.

Αυτό οφείλεται περισσότερο στην παγκοσμιοποίηση και λιγότερο στην γοργή ανάπτυξη των χωρών αυτών στο τεχνολογικό τομέα, υποστηρίζει ο Μάρτιν Φέτερ – Ντιτς.

in.gr