Με την έντονη οικονομική κρίση να κατακερματίζει την ήδη νωθρή εικόνα της Ε.Ε. και το έλλειμμα για συγκροτημένη ευρωπαϊκή απάντηση , οι προσπάθειες για δημοσιονομική ένωση ταυτίζονται με τον πυλώνα της τραπεζικής ενοποίησης.

Την ώρα που επιχειρείται να δοθούν επί του θέματος ευρωπαϊκές απαντήσεις, το περίγραμμα των μεγάλων χωρών της ΕΕ και κυρίως της Γερμανικής πολιτικής ως προς την κατεύθυνση της δημοσιονομικής διακυβέρνησης, εκφέρει μια διαιρετική θέση ως προς την ύπαρξη της νομισματικής και της εποπτικής λειτουργίας της ΕΚΤ.

Οι διαθέσεις της επίσημης γερμανικής πολιτικής επί του θέματος φυσικά ταυτίζονται με εκείνες του γερμανικού εκλογικού σώματος, που δεν είναι και πολύ ένθερμο ως προς τις κατευθύνσεις επί της ενοποίησης του τραπεζικού τομέα, των ευκαιριών αλλά και των κινδύνων που εμφανίζει αυτή.

Με την Γερμανία, να έχει κινηθεί στην αποδοχή των προτάσεων για την δημοσιονομική διακυβέρνηση και την ενοποίηση του τραπεζικού τομέα, υπάρχουν διακριτές αβεβαιότητες που επιφέρουν ασάφεια και δυσλειτουργία ως προς την από εδώ και πέρα πορεία επί του οδικού χάρτη που αφορά τον ευρωπαϊκό δημοσιονομικό χώρο.Έναν χώρο ο οποίος πρέπει να διαμορφωθεί χωρίς να απομακρύνεται η λογική της κοινοτικοποίησης και να συνθλιβεί εν μέσω των εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων στην Γερμανία.

Το εγχείρημα της δημοσιονομικής ενοποίησης, με την ευρωζώνη να εμφανίζει αδυναμία λήψης αποφάσεων ως προς την θεσμική λειτουργική ενίσχυση στο νομισματικό και στο δημοσιονομικό ενωσιακό πεδίο, άρρηκτα συνδεδεμένο με την τραπεζική ενοποίηση, έχει αμιγώς πολιτικά στοιχεία και χαρακτηριστικά , τέτοια που διαπερνούν την όποια διαφορετική πολιτική θέση μεταξύ των Χριστιανοδημοκρατών και των Σοσιαλδημοκρατών.

Παρά το ότι , η συμφωνία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου οριοθετεί τις νομοθετικές πρωτοβουλίες ως προς τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό των ευρωπαϊκών τραπεζών υπό την εποπτεία της ΕΚΤ με χρονικό ορίζοντα λειτουργίας το 2014, εμφανίζονται επικλήσεις τεχνικών και νομικών ζητημάτων, μέσα από διακυβερνητικές παρεμβάσεις, που αποτελώντας στοιχείο της ενωσιακής λειτουργίας, πολλές φορές δημιουργούν στασιμότητα και θεσμικό έμφραγμα στην ενοποιητική διαδικασία. Αυτές οι επικλήσεις, που τίθενται με ένταση από την Γερμανία, δημιουργούν επικράτηση των εθνικών παραμέτρων.

Οι εθνικές παράμετροι που αναφέρονται από την Γερμανία, εστιάζοντας σε έναν πολύ αυστηρό διαχωρισμό ως προς τον νομισματικό και εποπτικό ρόλο της ΕΚΤ, δείχνουν την θέση της για μεταρρύθμιση των κοινοτικών συνθηκών για να επιτευχθεί αυτός ο διαχωρισμός. Στοιχείο που δείχνει τάση επανεθνικοποίησης στο ζήτημα της τραπεζικής ενοποίησης και της εποπτείας της, αποτελεί και η πρόταση της Γερμανίας, τα εθνικά κοινοβούλια να έχουν την δυνατότητα να υποβάλλουν ερωτήματα και να λαμβάνουν διευκρινίσεις, δικαίωμα που έχει μόνο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Από τις αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ τον Ιούνιο του 2012 και την συμφωνία για την τραπεζική ένωση σαν σημείο αναφοράς της διαδικασίας άμεσης ανακεφαλαιοποίησης των ευρωπαϊκών συστημικών τραπεζών μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, η Γερμανία εκφράζει μια θέση που τείνει να λειτουργήσει αναιρετικά ως προς την πορεία επίτευξης της τραπεζικής ενοποίησης.

Και με αυτή την θέση η Γερμανία επιθυμεί διακαώς να αποφύγει τη χορήγηση υπερεξουσιών στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στο θέμα της εποπτείας και ενδεχομένως της εξυγίανσης και αναδιάρθρωσης με τις οποίες αυτή θα μπορεί να παρεμβαίνει στους εθνικούς τραπεζικούς τομείς.

Τον Σεπτέμβριο του 2012 , με το «Ανακοινωθέν του Ελσίνκι» που προέκυψε από την τριμερή συνάντηση των υπουργών Οικονομικών Γερμανίας, Ολλανδίας, Φινλανδίας, χωρών που διαθέτουν την πιστοληπτική ικανότητα ΑΑΑ, διεφάνη η τάση υποχώρησης της Γερμανίας στο μείζον ζήτημα της απευθείας ανακεφαλαιοποίησης.

Η πολιτική ατμόσφαιρα στο Βερολίνο, δείχνει ότι τόσο στους Χριστιανοδημοκράτες όσο και στους Σοσιαλδημοκράτες υπάρχει μια κυρίαρχη τάση που τους οδηγεί να μην είναι αντίθετοι προς τις διαθέσεις της κοινής γνώμης.

Οι Χριστιανοδημοκράτες του CDU κινούν τα νήματα ,αλλά και οι Σοσιαλδημοκράτες του SPD δείχνουν να ακολουθούν εμφανίζοντας μικρές αποκκλίσεις.

Κάτω από μια τέτοια οπτική, δεν αποκλείεται καθόλου να οδηγηθεί στις καλένδες η διαδικασία της «βήμα προς βήμα» προσέγγισης για την τραπεζική ένωση, με το Βερολίνο να προσανατολίζεται στο να μπεί σε λειτουργία η πολυπόθητη τραπεζική ένωση όταν ολόκληρα τα κομμάτια του πάζλ θα έχουν πάρει την θέση τους.

Έχουμε ήδη όμως εισέλθει σε μια πορεία, όπου με την εισαγωγή του Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης περιλαμβάνει την δημιουργία του Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης, θα βρεθούμε μπροστά σε μεγαλύτερες προκλήσεις, καθώς εκτός του ότι πρέπει να βρεθεί νομική φόρμουλα στις κοινοτικές συνθήκες, θα πρέπει να απαντηθούν και μια σειρά ερωτήματα όπως , πως θα γίνεται η χρηματοδότηση της εξυγίανσης ενός τραπεζικού ιδρύματος, μετά από πρόταση του εποπτικού μηχανισμού της ΕΚΤ.

Οι εξελίξεις των ετών της κρίσης , δείχνουν ξεκάθαρα ότι απαιτείται ενοποιημένο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, προωθημένο όπως ζητά το Ευρωκοινοβούλιο. Για να οδηγηθούμε όμως στην κατεύθυνση αυτή, απαιτείται σε ευρωπαϊκό και σε εθνικό επίπεδο, να εμβαθύνουμε στην λογική του ότι τα προβλήματα των κρατών-μελών της Ένωσης είναι απευθείας συνδεδεμένα και αλληλοεξαρτώμενα από την ύπαρξη των δομικών προβλημάτων της ΟΝΕ και του ενιαίου νομίσματος, που εν πολλοίς οφείλονται στο ότι οικοδομήσαμε ένα ενιαίο νόμισμα, χωρίς ουσιαστική οικονομική ενοποίηση.

Το ζητούμενο μέσα από αυτόν τον προβληματισμό της κρίσης , είναι να ανανεώσουμε την σφαίρα του δημόσιου διαλόγου για την Ευρώπη, να εγκαταλείψουμε τον αλληλοτροφοδοτούμενο κύκλο του ασύμμετρου διακυβερνητισμού και της περιοριστικής εσωστρέφειας που αλληλοτροφοδοτείται με τα στερεότυπα Βόρειων - Νοτίων και να κινηθούμε προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης των αιτημάτων για την ευρωπαϊκή ομοσπονδία.

* Ο κ. Γιώργος Ζερβάκης είναι εκπρόσωπος των ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ ΦΕΝΤΕΡΑΛΙΣΤΩΝ ΚΡΗΤΗΣ.
Το άρθρο έχει γραφεί αποκλειστικά για το flashnews.gr.