Μέσα σε ένα κατακλυσμό από διλήμματα, μουσική του Νίκου Ξυλούρη και “πρώτες φορές” των κομματικών προεκλογικών σποτ κατάφερα να ξεχωρίσω ένα και μοναδικό αληθινό γεγονός: “Δυο χρόνια πριν η Ελλάδα βρέθηκε στην πιο κρίσιμη στιγμή της σύγχρονης ιστορίας της”.

Αυτό που μου έρχεται στο μυαλό χαρακτηριστικά από εκείνο το θερμό, από όλες τις απόψεις, καλοκαίρι του 2012, είναι το ευρύτερο κλίμα οργής και αγανάκτησης απέναντι στις εξαντλητικές πολιτικές της τότε κυβέρνησης Παπαδήμου και μια διάθεση τιμωρίας των τριών κομμάτων εξουσίας για το σημείο στο οποίο είχαν φτάσει τη χώρα.

Δεν το κρύβω, εκείνο τον Ιούνιο πίστεψα πραγματικά ότι είχε έρθει η ώρα η νέα γενιά να αναλάβει επιτέλους δράση και να πάρει στα χέρια της το μέλλον, ειδικά εκείνο το μέρος της που ψήφιζε για πρώτη φορά (μέλος της οποίας και ο γράφων). Δυστυχώς, ακριβώς δυο χρόνια μετά δεν μπορώ να κρύψω την απογοήτευσή μου…

Δεν θέλω φυσικά να αναφερθώ στις πολιτικές επιλογές του καθ’ ενός από εμάς, αν ψήφισε δεξιά ή αριστερά. Αυτό είναι καθαρά προσωπική επιλογή, και επικροτώ όποιον τη στήριξε με όλη την ψυχή του.

Με μια όμως και μοναδική εξαίρεση: την κατακόρυφη άνοδο της “εθνικιστικής” Χρυσής Αυγής και την είσοδό της στο ελληνικό κοινοβούλιο. Αυτό το γεγονός υπήρξε το πρώτο δυνατό χτύπημα στην ψευδαίσθηση που είχα δημιουργήσει.

Το δεύτερο χτύπημα όμως με πόνεσε περισσότερο, ίσως διότι ερχόταν σε κάθε επόμενη εκλογική αναμέτρηση που ακολούθησε μέχρι και τις Ευρωεκλογές της περασμένης Κυριακής.

Δεν ήταν τίποτα άλλο από την απαξίωση και την μεγάλη αποχή από τη διαδικασία των εκλογών.

Ας βάλουμε πρώτα τα πράγματα σε μια σειρά, ξεκινώντας από την Χρυσή Αυγή. Τον Ιούνιο του 2012 έλαβε 6,9%, αντλώντας τις ψήφους του 34% της πρώτης γενιάς ψηφοφόρων (ηλικίες 18-24).

Πολλοί ερμήνευσαν αυτή την τάση ως “ψήφο οργής”, δείχνοντας εγκληματική ανεκτικότητα στην ύπαρξη της οργάνωσης.

Αυτή η στάση έδωσε το ελεύθερο στα μέλη της, εντός κι εκτός κοινοβουλίου, να προκαλούν και να εγκληματούν διαρκώς εις βάρος της δημοκρατίας και όσων πρεσβεύει, την ίδια ώρα που η ελληνική δικαιοσύνη έκλεινε τα μάτια της στα γεγονότα.

Αναφέρω ενδεικτικά την δίκη-παρωδία του Ηλία Κασιδιάρη για ξυλοδαρμό (αθώος), τις επιθεωρήσεις χρυσαυγιτών σε λαϊκές αγορές και την καταστροφή πάγκων αλλοδαπών μικροπωλητών, τις επιθέσεις και οι δολοφονίες αλλοδαπών μεταναστών.

Αλλά, φυσικά, η προοδευτική ελληνική κοινωνία περίμενε να σκοτώσουν έναν Έλληνα, τον Παύλο Φύσσα, για να τους ανακηρύξει εγκληματική οργάνωση και να προφυλακίσει τον αρχηγό Νίκο Μιχαλολιάκο και τον υπαρχηγό Χρήστο Παππά.

Έχοντας συζητήσει πολλές φορές με συνομήλικούς μου που στήριξαν τη Χρυσή Αυγή, έχοντας προσπαθήσει τουλάχιστον, είμαι σε θέση να διαψεύσω αυτήν τη “ψήφο οργής”. Αν κάτι τέτοιο ισχύει για τους πιο ηλικιωμένους ψηφοφόρους, σίγουρα δεν ισχύει για τους νεότερους.

Τα παιδιά αυτά γνώριζαν πολύ καλά τι ψήφισαν, ποιους ψήφισαν, και την νεοναζιστική ιδεολογία αυτών, και απλά ταυτίστηκαν μαζί τους. Πιστεύουν ότι οι αλλοδαποί μετανάστες ευθύνονται για το σημείο που έχει φτάσει η Ελλάδα, για τις χαμένες θέσεις εργασίας και υποστηρίζουν με πάθος την εθνική καθαρότητα.

Κι η εικόνα αυτή αποτυπώθηκε και στις εκλογές της Κυριακής, με την Χρυσή Αυγή να συγκεντρώνει 9,38% (στις αυτοδιοικητικές εκλογές ο Η. Κασιδιάρης συγκέντρωσε 16,12% και ο Η. Παναγιώταρος 11,13%)και να αναδεικνύεται σε 3η πολιτική δύναμη, με το μεγαλύτερο ποσοστό των ψηφοφόρων της να προέρχεται από το ηλικιακό γκρουπ 18-24.

Μηδέν κριτική σκέψη, μηδέν πολιτική βούληση, ελπίδα καμιά… Μια κοινωνία ανιστόρητη, που γνώρισε όσο λίγες την μετανάστευση στο εξωτερικό επαναφέρει στο προσκήνιο τους φασίστες.

Και πάμε στο δεύτερο σημαντικό ζήτημα, αυτό της αποχής. Τον Ιούνιο του 2012 έφτασε το ιστορικό υψηλό του 38%, ενώ έφτασε νέα υψηλά στις φετινές αυτοδιοικητικές και ευρωπαϊκές εκλογές (39% και 40% αντίστοιχα).

Συγκεκριμένο στατιστικό για κάθε ηλικιακό γκρουπ δεν καταγράφεται, επομένως τα παρακάτω συμπεράσματα βασίζονται σχεδόν κατά αποκλειστικότητα σε εμπειρικές παρατηρήσεις.

Η απαξίωση, λοιπόν, και του πολιτικού συστήματος γενικότερα, και των πολιτικών κομμάτων ειδικότερα, έχει απομακρύνει τη νεολαία από τα κοινά.

Θεωρούμε ότι η φωνή μας έχει σιγήσει, πως ό,τι μήνυμα και να στείλουμε, όποια αντίσταση κι αν προβάλλουμε δεν πρόκειται να φέρει κανένα αποτέλεσμα, πως η πολιτική στη χώρα μας ασκείται από τους ίδιους ό,τι και να συμβεί και δεν έχουμε κανένα λόγο στην διαμόρφωσή της.

Κι αυτό μας έχει οδηγήσει στην αποστασιοποίηση από τα πολιτικά, στην άποψη ότι η πολιτική είναι για λίγους που θέλουν να επωφεληθούν από το σύστημα και πως η αποχή είναι δείγμα καθαρότητας και εντιμότητας.

Επομένως, δεν λαμβάνουμε θέση ούτε καν για τις εξελίξεις στα πανεπιστήμιά μας, όπου η αποχή στις φοιτητικές εκλογές πολλές φορές ξεπερνάει το 50% και εκλέγονται παρατάξεις που δεν εκπροσωπούν ούτε το 1/4 των φοιτητών (μεγάλο κεφάλαιο κι αυτό των φοιτητικών εκλογών που δυστυχώς δεν μπορεί να αναλυθεί στο συγκεκριμένο κείμενο).

Αυτό που φαίνεται να μην έχουμε κατανοήσει είναι πως ζούμε σε μια δημοκρατική κοινωνία, όπου βασικό συστατικό της είναι η συμμετοχή των πολιτών στην εξουσία. Η συμμετοχή αυτή αντανακλάται στο εκλογικό δικαίωμα και στο δικαίωμα στην διαμαρτυρία και την διαδήλωση.

Με την ολοένα αυξανόμενη αποχή προχωράμε ολοταχώς σε μια κοινωνία ανενεργών πολιτών, χωρίς σκέψη και βούληση, πλήρως ελεγχόμενη και χειραγωγίσιμη.

Ως αυριανοί πολίτες αυτής της χώρας έχουμε υποχρέωση να αγωνιστούμε για ένα καλύτερο μέλλον, να αντισταθούμε σε οτιδήποτε μας υποτιμά και μας καταπιέζει, να φέρουμε την αλλαγή που οραματιζόμαστε και να δημιουργήσουμε τον κόσμο που ονειρευόμαστε.

Ας συνειδητοποιήσουμε πως έχουμε ισχυρή φωνή και δύναμη και πως με επιμονή και θέληση θα ξανακερδίσουμε το μέλλον που μας έχουν στερήσει.

Ας ενημερωθούμε για τα μεγάλα πολιτικά ζητήματα της Ελλάδας, ας μάθουμε την πραγματική ιστορία μας κι όχι αυτήν που δίδαξαν, ας οργανωθούμε σε ομάδες πολιτών ώστε να προσφέρουμε στην κοινωνία όπου μας χρειάζεται.

Το μέλλον το δημιουργούμε εμείς, μέσα από τη συμμετοχή μας, μέσα από την ψήφο μας. Όποιος απαξιώνει την εκλογική διαδικασία, στην ουσία απαξιώνει τον ίδιο του τον εαυτό ως πολίτη.

Κλείνοντας αυτό το κείμενο, απευθύνω μια έκκληση σε όλους σας να μην λάβετε αψήφιστα όσα γράφτηκαν παραπάνω.

Επαναπροσδιορίστε την στάση σας απέναντι στο πολιτικό σύστημα και την συμμετοχή σας σε αυτό.

Κάθε εκλογική διαδικασία είναι μια ευκαιρία να ακουστεί η φωνή μας και κάθε φορά πρέπει να είναι όλο και πιο βροντερή, στην δύσκολη προσπάθεια για μια δημοκρατία πολιτών και όχι πολιτικών.

Είμαστε το μέλλον αυτής της χώρας, είμαστε ήδη Έλληνες πολίτες και ήρθε η ώρα να αφήσουμε στην άκρη τα λόγια και τις σκόρπιες σκέψεις και να περάσουμε στις πράξεις.

Η ψήφος είναι η φωνή μας και δεν πρέπει να σιγήσει ποτέ.

Ηλίας Επανωμεριτάκης
Δευτεροετής φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας