Η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους είναι ένα από τα βασικά ζητήματα που απασχολεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο στην έκθεσή του υπογραμμίζει πως ενώ το χρέος από το 174% του ΑΕΠ το 2014 θα μειωθεί στο 128% το 2020 και στο 117% το 2022, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα πρόσθετα μέτρα που θα λάβουν οι Ευρωπαίοι εταίροι της Ελλάδας για την περαιτέρω μείωση του ελληνικού χρέους, υφίστανται κίνδυνοι από την πιθανότητα χαλάρωσης της εφαρμογής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και ένα πιαθνό μεγαλύτερο επίπεδο αποπληθωρισμού.

Οι Ευρωπαίοι εταίροι να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους

Σύμφωνα με το ΔΝΤ το χρέος της Ελλάδας θα βρίσκεται σε πολύ υψηλό επίπεδο για την επόμενη δεκαετία με αποτέλεσμα να λειτουργεί ως τροχοπέδη ώστε το επενδυτικό συναίσθημα να μεταφραστεί σε ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας, κυρίως αν υπάρξουν αμφιβολίες για την πολιτική βούληση της διατήρησης ενός υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος.

Με το ποσοστό του χρέους να βρίσκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα το ΔΝΤ κρίνει απαραίτητο οι Ευρωπαίοι εταίροι της Ελλάδας να τηρήσουν τη δέσμευσή τους (σ.τ.σ την απόφαση του Eurogroup της 27ης Νοεμβρίου του 2012, όπου οι εταίροι δεσμεύτηκαν σε περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους σε περίπτωση που η Ελλάδα καταγράψει πρωτογενές πλεόνασμα) να παράσχουν πρόσθετη βοήθεια στην Ελλάδα ώστε το χρέος να παραμείνει σε βιώσιμο επίπεδο.

Προβλέπουν επιστροφή της Ελλάδας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης

Συνολικά το ΔΝΤ κρίνει πως υφίστανται λόγοι για συγκρατημένη αισιοδοξία αναφορικά με την Ελλάδα καθώς σημειώνει πως υπάρχει βελτίωση στο επενδυτικό συναίσθημα και εκτιμά πως η Ελλάδα θα επανέλθει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης έπειτα από έξι χρόνια βαθιάς ύφεσης. 

Σύμφωνα με την έκθεση η αισιοδοξία προέρχεται από τις προσπάθειες της κυβέρνησης που κατάφερε να βγάλει το Grexit από το τραπέζι, τονίζει ωστόσο πως το γεγονός της αποτυχίας των εξαγωγών να αποτελέσουν την κινητήρια δύναμη ανάπτυξης, όπως γίνεται σε άλλες χώρες της περιφέρειας, δείχνει πως δεν έχουν γίνει οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις. 

Το ΔΝΤ στην έκθεσή του υπογραμμίζει πως είναι επιτακτική ανάγκη να επισπευσθούν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, ιδίως στην απελευθέρωση της αγοράς των υπηρεσιών, ώστε να υπάρξει μια ισχυρή και βιώσιμη ανάπτυξη. 

Μη επαρκώς θωρακισμένος ο τραπεζικός τομέας παρά την ανακεφαλαιοποίηση.

Η διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η θωράκιση των τραπεζών εν όψει των stress tests του Ενιαίου Μηχανισμού Εποπτείας, καθώς και η επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης, ώστε να ενισχυθεί η πραγματική οικονομία είναι τα βασικά σημεία στα οποία εστιάζει η έκθεση του ΔΝΤ για τον τραπεζικό τομέα στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με το Ταμείο, ο τραπεζικός τομέας στην Ελλάδα ενδεχομένως να χρειαστεί επιπλέον κεφάλαια, ώστε να ανταπεξέλθουν στο κύμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων για να ανοίξει ο δρόμος για την οικονομική ανάπτυξη. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η έκθεση, τα τεστ αντοχής της Τράπεζας της Ελλάδας εκτιμούν πως οι τράπεζες θα χρειαστούν, σύμφωνα με το θετικό σενάριο 6,4 δισ. ευρώ, ενώ βάσει του αρνητικού σεναρίου οι κεφαλαιακές ανάγκες θα φθάσουν τα 9,4 δισ. ευρώ. Το ΔΝΤ προβλέπει αυξημένο ρίσκο σε αυτές τις εκτιμήσεις κυρίως λόγω της επέκτασης των πιστωτικών ζημιών καθώς και της καθυστερήσεως πληρωμών

Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η συνήθης πρακτική είναι η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών να γίνεται βάσει του δυσμενούς σεναρίου, ώστε να διασφαλιστεί πως οι τράπεζες έχουν αρκετά κεφάλαια για να αντεπεξέλθουν σε πιθανές δυσκολίες. Αλλά στην περίπτωση της Ελλάδας το σενάριο αναφοράς βασίζεται στις εκτιμήσεις πως οι κεφαλαιακές ανάγκες εξαρτώνται και από το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων καθώς και την οικονομική ανάπτυξη. Μια πρακτική που, όπως τονίζει το ΔΝΤ, δεν αρκεί, καθώς είναι απίθανο να εξασφαλίζει τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, με μεγάλο χάσμα ανταγωνιστικότητας και αδύναμο ιστορικό σχετικά με την εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Ρευστότητα στην πραγματική οικονομία 

Το ΔΝΤ προτείνει λοιπόν μια εκ των προτέρων μεγαλύτερη ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού τομέα, ώστε να διασφαλιστεί πως οι τράπεζες διαθέτουν επαρκή κεφάλαια για να ρυθμίσουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και να μπορέσουν να χορηγήσουν σε σύντομο χρονικό διάστημα νέα δάνεια (επίτευξη θετικού ρυθμού πιστωτικής επέκτασης) σε παραγωγικούς και αποτελεσματικούς τομείς της οικονομίας. Παρόλα αυτά, το ΔΝΤ εκτιμά πως η προσέγγιση των ελληνικών αρχών είναι ένα πρώτο θετικό βήμα που επιτρέπει στις τράπεζες να διατηρήσουν ένα προβάδισμα στην ανακεφαλαιοποίηση εν όψει της συνολικής αξιολόγησής τους από τον Ενιαίο Μηχανισμό Εποπτείας, στα τέλη του 2014. 

Η έκθεση του Ταμείου αναφέρει ακόμα πως οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών θα επανεξεταστούν μετά την ολοκλήρωση των ελέγχων από τον Ενιαίο Μηχανισμό Εποπτείας, καθώς εν τω μεταξύ οι ελληνικές αρχές έχουν δεσμευτεί να επεκτείνουν την εποπτεία του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Το ΔΝΤ τονίζει πως οι ελληνικές αρχές διαθέτουν ένα κεφάλαιο (11 περίπου δισ. ευρώ) στο ΤΧΣ που περίσσεψε από την ολοκλήρωση του τρέχοντος γύρου της ανακεφαλαιοποίησης ώστε να καλύψουν ενδεχόμενες νέες ανάγκες που θα προκύψουν μετά την ολοκλήρωση των ελέγχων του Ενιαίου Μηχανισμού Εποπτείας. Γεγονός που, όπως αναφέρει η έκθεση, ενισχύει τη σταθερότητα του τραπεζικού τομέα.

«Κόκκινα δάνεια» και ιδιωτικό χρέος

Αναφορικά με το ιδιωτικό χρέος, το ΔΝΤ προτείνει τρεις βασικές μεταρρυθμίσεις. Πρώτον την εφαρμογή ενός εξωδικαστικού πλαισίου για την αναδιάρθρωση χρέους βάσει των καλύτερων διεθνών πρακτικών, ώστε να ενισχύσει το ήδη υπάρχον πλαίσιο και να βοηθήσει τις βιώσιμες, αλλά υπερχρεωμένες επιχειρήσεις. Δεύτερον, τη θέσπιση ενός νέου κώδικα δεοντολογίας για τη ρύθμιση των οφειλών προς τις τράπεζες και το είδος των εργαλείων αναδιάρθρωσης χρεών και τρίτον την επανεξέταση του νομικού πλαισίου για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις με μη εξυπηρετούμενα δάνεια ώστε να εντοπίζονται ταχύτερα οι βιώσιμοι από τους μη βιώσιμους φορείς.