Ηταν κάποτε ένας από τους εξέχοντες Γερμανούς επιχειρηματίες, επικεφαλής ενός μεγάλου βιομηχανικού λόμπι και γενικός διευθυντής της ΙΒΜ στην Ευρώπη. Τελευταία όμως, ο Χανς-Ολαφ Χένκελ εγκαινίασε μια νέα καριέρα, η οποία τον φέρνει αντιμέτωπο με τους περισσότερους Ευρωπαίους ομολόγους του.

Ο Χένκελ θέλει να καταργήσει το ευρώ. Υποστηρίζει ότι η χώρα του θα ήταν σε καλύτερη κατάσταση αν επέστρεφε στο γερμανικό μάρκο, αντί να υποχρεώνει τους σκληρά εργαζόμενους Γερμανούς να πληρώνουν φόρους για χάρη των τεμπέληδων Ελλήνων, Ιταλών και άλλων Ευρωπαίων. Τον περασμένο μήνα, κέρδισε μία έδρα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που θα του χαρίσει ένα βήμα για να προπαγανδίζει τις θέσεις του.

Οι πιθανότητες επιτυχίας του είναι ισχνές. Τα περισσότερα στελέχη της γερμανικής βιομηχανίας δεν επιθυμούν να επιστρέψουν στις ημέρες όπου το ισχυρό γερμανικό μάρκο έθετε εμπόδια στις γερμανικές εξαγωγές. Ωστόσο, ο Χένκελ και το νεοπαγές κόμμα του προκάλεσαν τρανταγμούς στη γερμανική πολιτική σκηνή.

«Η Μέρκελ μάς τρέμει», λέει ο Χένκελ, περιμένοντας στην ουρά της καφετέριας, στο κτίριο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στις Βρυξέλλες. Λίγο αργότερα μας εξηγεί, πάνω από ένα φλιτζάνι καπουτσίνο, τη μεταστροφή του από την ένθερμη υποστήριξη του ευρώ στην απόρριψή του.

«Κάθε χώρα είναι υπεύθυνη για τα χρέη της και για τη σταθερότητα των τραπεζών της. Για να σώσουν, όμως, το ευρώ, πέταξαν αυτή την αρχή στη θάλασσα».

Μέλος της Διεθνούς Αμνηστίας για μεγάλο διάστημα, ο Χένκελ απορρίπτει κατηγορηματικά ότι το κόμμα του, η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD), αποτελεί καταφύγιο ακροδεξιών. Υποστηρίζει πως παρόμοιες κατηγορίες εκτοξεύονται από δημοσιογράφους που «προτιμούν να μας κολλήσουν με το ζόρι την ταμπέλα της ξενοφοβίας ή της ακροδεξιάς, παρά να αντιμετωπίσουν σοβαρά τις θέσεις μας».

Παρότι διατείνεται ότι είχε εξαρχής τις αμφιβολίες του για το ευρώ, ο Χένκελ δημοσίως το υποστήριξε το 1999, όταν εμφανίστηκε το κοινό νόμισμα. Οπως μας λέει, στράφηκε αποφασιστικά εναντίον του ευρώ το 2010, όταν η Μέρκελ συμφώνησε στο σχέδιο διάσωσης της Ελλάδας – κάτι που θεωρεί ότι υπαγορεύτηκε μόνο από την ανάγκη διάσωσης των γαλλικών τραπεζών, που ήταν εκτεθειμένες στο ελληνικό χρέος.

kathimerini.gr