Η ενεργειακή ασφάλεια συνιστά όπως όλα δείχνουν θα αποτελέσει το μεγαλύτερο γεωστρατηγικό παιχνίδι των επομένων πενήντα ετών.

H γεωοικονομία έχει αρχίσει ήδη να αντικαθιστά τη γεωστρατηγική ως παράγοντας αξιολόγησης της πραγματικής δύναμης των χωρών και της διεθνούς σημασίας τους.

Η ενέργεια αποτελεί το καινούργιο «μέσο» επιβολής ισχύος στο διεθνές γεωστρατηγικό γίγνεσθαι.

Αναμφίβολα, οι χώρες που έχουν ενέργεια διαθέτουν τη δυνατότητα να ορίζουν τους όρους του παιχνιδιού.

Σε αυτό το παιχνίδι πρωταγωνιστικό ρόλο παίζουν οι χώρες προέλευσης των ενεργειακών πόρων και αμέσως μετά οι χώρες που ελέγχουν τις εκαστοτε διαμετακομιστικές οδούς, οι λεγόμενες χώρες διέλευσης (transit).

'Οσον αφορά την Ευρωπαική 'Ενωση, η ενεργειακή ασφάλεια αποτελεί ζήτημα πρωτεύουσας σημασίας, δεδομένου ότι η εξωτερική ενεργειακή εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) αυξάνεται συνεχώς.

 Η Ε.Ε. καλύπτει τις ενεργειακές της ανάγκες σε ποσοστό 50% από τα εισαγόμενα προϊόντα και μέχρι το 2020 ή το 2030 το ποσοστό αυτό θα αυξηθεί κατά πάσα πιθανότητα σε 70%.

Και ενώ λίγοι πλέον αμφιβάλουν για την αναγκαιότητα μια κοινής ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής, κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται ακόμα στον ορίζοντα.

Κι αυτό γιατί, ενώ το άρθρο 176Α της Συνθήκης της Λισσαβόνας αναφέρεται στην προοπτική μια κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής στο τομέα της ενέργειας, καταλήγει σημειώνοντας πως «Τα μέτρα αυτά δεν επηρεάζουν το δικαίωμα κράτους μέλους να καθορίζει τους όρους εκμετάλλευσης των ενεργειακών του πόρων, την επιλογή του μεταξύ διαφόρων ενεργειακών πηγών και τη γενική διάρθρωση του ενεργειακού του εφοδιασμού»

Χωρίς αμφιβολία η ενεργειακή πολιτική συνεχίζει να αποτελεί εθνική υπόθεση. Η συμβολαιοποίηση ποσοτήτων και η συμφωνία για την κατασκευή των αγωγών παραμένουν εθνικές αρμοδιότητες.

Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο αγωγός φυσικού αερίου South-Stream.

Εδώ και μήνες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αμφισβητεί το σχέδιο αυτό, καθώς σύμφωνα με την ίδια, δεν σέβεται τους ευρωπαϊκούς κανόνες ανταγωνισμού και δεν συμμορφώνεται με το τρίτο ενεργειακό πακέτο,, ενώ μετά το ξέσπασμα της κρίσης στην Ουκρανία και υπό την πίεση των Βρυξελλών και της Ουάσινγκτον, η Βουλγαρία ανέστειλε πρόσφατα τις εργασίες κατασκευής του τμήματος του αγωγού που περνά από το έδαφός της.

Ο Ευρωπαίος Επίτροπος για την Ενέργεια Günther Oettinger δεν σταματά να υπενθυμίζει την πεποίθησή ότι το έργο πρέπει να « παγώσει» και ότι η Ευρώπη θα πρέπει να εντείνει τη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες , τον Καναδά και την Ιαπωνία.

Η Σερβία, από την πλευρά της, ανακοίνωσε ότι επιθυμεί να συνεχίσει τα έργα κατασκευής.

Στην Αυστρία, δε, λίγες μέρες πριν υπεγράφη η σύμβαση μεταξύ του ενεργειακού ομίλου OMV και του ρώσικου ενεργειακού κολοσσού GAZPROM για τη συνέχιση του εργου.

Ο επικεφαλής της αυστριακής εταιρίας στις δηλώσεις του τόνισε ότι δεν είναι δυνατή η πλήρης ενεργειακή απεξαρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία.

«Το ένα τρίτο του φυσικού μας αερίου προέρχεται από τη Ρωσία, σε κάποιες περιοχές ακόμη και το 100%» και σε αντάλλαγμα η Ευρώπη στέλνει αυτοκίνητα και μηχανήματα στη Ρωσία» είπε ο Ρόις σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «WirtschaftsBlatt».

«Δεν θα πρέπει αυτή η οικονομική ενσωμάτωση να μετατραπεί σε πολιτικό ποδόσφαιρο, διότι η οικονομία και η ευημερία μας εξαρτώνται από αυτή»

Την ιδια στιγμή ο Ιταλός πρωθυπουργός, Ματέο Ρέντσι ηγείται των προσπαθειών για τη συνέχιση του εργου εξ ονόματος των χωρών μέσω των οποίων ο αγωγός φυσικού αερίου θα περάσει (Βουλγαρία, Σερβία, Ουγγαρία, Αυστρία, Κροατία,Σλοβενία ​​και Ελλάδα).

Η στηριξή του Ιταλού πρωθυπουργού είναι απολύτως λογική αφού ως γνωστόν, το σχέδιο για την κατασκευή του αγωγού έχει αναλάβει μια κοινοπραξία που απαρτίζεται από την Gazprom με τη συμμετοχή ευρωπαϊκών εταιρειών, όπως ο ιταλικός ενεργειακός όμιλος ENI.

Το παράδειγμα της Αυστρίας αλλά και οι προσπάθειες του Ιταλού πρωθυπουργού για συνέχιση του έργου συνιστούν ένα καλό μάθημα για το πώς αντιλαμβάνονται οι σοβαρες χώρες τα οικονομικά και γεωπολτικά τους συμφέροντα και πως τελικά τα διεκδικούν.

Διότι, είτε μας αρέσει είτε όχι, η πολιτική είναι ένα παιχνίδι ισχύος και υπεράσπισης του εθνικών συμφερόντων.

'Ετσι ήταν και και έτσι θα συνεχιστεί στο διηνεκές κατά την ταπεινή μου άποψη.

Ποια είναι λοιπόν η θέση της Ελλάδας μέσα σ΄αυτήν την παρτίδα της ενεργειακής σκακιέρας;

Εμείς ως Ελλάδα χώρα των μακάρων και των ανοήτων αρνήθηκαμε τον αγωγό Μπουργκας – Αλεξανδρούπολη ο οποίος μας αφορούσε και τον οποίο πρώτοι ξεκινήσαμε επί πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου, ως δήθεν καλά παιδιά., για την ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρώπης απο την Ρωσία .

Εμείς λοιπόν ως πολιτικές κότες περί άλλων τυρβάζουμε.

Όσο για τη «σοβαρή» αντιπολίτευση του κ.Τσίπρα, ασχολείται με τις σαχλαμαρες της κ. Κωσταντοπούλου , χαριεντίζεται με τον Πρόεδρο του Αζερμπαιτζάν, συνεχίζει τις κορόνες περί ξεπουλήματος του ενεργειακού πλούτου της χώρας και δεν σχολιάζει καν την σωστή πολιτική συμπεριφορά της Αυστρίας αλλά και άλλων χωρών.

Είναι προφανές βεβαίως ότι μόνο καλό θα έκανε στη χώρα μας κατασκευή και λειτουργία του αγωγού South-Stream αφού εκτός από τον ΤΑΡ θα συμμετέχει και σε δεύτερο δίκτυο μεταφοράς ενέργειας.

Εν κατακλείδι, παρά την έντονη φιλολογία η Ρωσία αποτελεί τον κοντινότερο , το πλέον αξιόπιστο και σίγουρο προμηθευτή.

Η ενεργειακή ασφάλεια λοιπόν της Δυτικής Ευρώπης αναγκαστικά είναι στενά δεμένη με τη Ρωσία.

Πέρα από καταναλώτρια χώρα η Ελλάδα πρέπει να να καταστεί χώρα διέλευσης και ενεργειακός κόμβος με στόχο τη συμμετοχή σε πολλαπλά δίκτυα μεταφοράς.

Όμως δεν πρεπει να ξεχνάμε ότι παρά την έντονη συζήτηση σχετικά διαφοροποίηση των πηγών η πραγματικότητα είναι πως η Ευρώπη δεν είναι εύκολο να βρει εναλλακτικές ενεργειακές πηγές.

Ο ιδιαίτερος τρόπος μεταφοράς του φυσικού αερίου σε συνδυασμό με τις συμφωνίες που έχει συνάψει η Ρωσία με Καζαχστάν, Τουρκμενιστάν και Ουζμπεκιστάν, περιορίζει το κομμάτι της ενεργειακής πίτας για τους ευρωπαίους εταίρους της και τις δυνατότητες των εν λόγω κρατών για απευθείας συμφωνίες και παροχή ενέργειας με τρίτες χώρες χωρίς τη συμμετοχή ή «συγκατάθεση» της Μόσχας.

Ας κρατήσουμε όλα τα παραπάνω και επιτέλους ας σοβαρευτούμε σαν χώρα αν θέλουμε να προχωρήσουμε μπροστά και να μην καταλήξουμε σαν τον σκύλο που κυνηγάει την ουρά του.

Βασιλική Σουλαδάκη
Διεθνολόγος