Επίσημη επίσκεψη στην Κίνα πραγματοποιεί από το Σάββατο η Άγκελα Μέρκελ, συνοδεία πολυπληθούς ομάδας επιχειρηματιών. Tην καγκελάριο την ενδιαφέρουν και οι κινεζικές επενδύσεις στη Γερμανία.

Πρόκειται για το έβδομο ταξίδι της Γερμανίδας καγκελαρίου στην ασιατική χώρα, με πρώτο σταθμό την πόλη Τσενγκντού, ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά κέντρα της Κίνας, όπου έχουν την έδρα τους 160 γερμανικές εταιρείες. Στην πόλη αυτή, η κ. Μέρκελ θα επισκεφθεί μεταξύ άλλων τις μονάδες παραγωγής της Volkswagen.

Στο πλαίσιο της επίσκεψης, που θα διαρκέσει μέχρι την ερχόμενη Τρίτη, προβλέπεται η υπογραφή οικονομικών και εμπορικών συμφωνιών, σύμφωνα με την Deutsche Welle. H Άγκελα Μέρκελ θα προβάλει, μεταξύ άλλων, τις επενδυτικές ευκαιρίες που προσφέρει η Γερμανία, γνωρίζοντας ότι οι Κινέζοι επιχειρηματίες έχουν πλέον την εμπειρία, τα κεφάλαια και το ενδιαφέρον να δραστηριοποιηθούν επιχειρηματικά παντού.

Άλλωστε, έχουν περάσει περισσότερα από 12 χρόνια από την έκπληξη της αεροναυπηγικής εταιρείας Dornier, την οποία αγόρασε τότε η κινεζική D`Long και που στη συνέχεια κατέρρευσε. Οι Κινέζοι δεν είχαν τότε την εμπειρία και οι Γερμανοί υποψήφιοι για την εξαγορά της Dornier δεν διέθεταν τα απαιτούμενα κεφάλαια.

H εποχή των δισταγμών και της καχυποψίας

Η πρώτη αυτή φάση επενδυτικής δραστηριότητας των Κινέζων στη Γερμανία διήρκεσε μέχρι το 2008, επισημαίνει ο Ουάνγκ Ουέι, διευθυντής του τμήματος κινεζικών υποθέσεων της μεγάλης συμβουλευτικής εταιρείας KPMG.

Στη συνέχεια ήλθε το 2009 η παγκόσμια οικονομική κρίση που ανάγκασε και την Κίνα να διαθέσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ προκειμένου να αναθερμάνει την οικονομία της. Στη Γερμανία πολλές επιχειρήσεις «γονάτισαν». Μια μοναδική ευκαιρία για εξαγορές γερμανικών εταιρειών. Εκπρόσωποι πολλών κινεζικών επενδυτικών εταιρειών ήλθαν την εποχή εκείνη στη Γερμανία για να δουν τι προσφέρει η γερμανική αγορά.

Ωστόσο, οι Γερμανοί δεν έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον να πουλήσουν στους Κινέζους, καθώς δεν θεωρούσαν ότι η επιλογή αυτή ήταν η ενδεδειγμένη, σχολιάζει ο Ουάνγκ Ουέι. 
Τα πράγματα άλλαξαν μετά το 2010. «Ήδη το πρώτο τρίμηνο της χρονιάς η γερμανική οικονομία άρχισε να ανακάμπτει. Έτσι αναζωογονήθηκε και η αγορά των συγχωνεύσεων και των εξαγορών γερμανικών εταιρειών», υπενθυμίζει ο Ουάνγκ Ουέι και προσθέτει ότι πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις διαπίστωσαν τότε ότι χωρίς ισχυρούς εταίρους δεν θα μπορούσαν να σταθεροποιήσουν τη θέση τους στον διεθνή ανταγωνισμό.

Εξαγορά κορυφαίων γερμανικών επιχειρήσεων

Έτσι, μπήκαν στην αγορά δυναμικές κινεζικές εταιρείες που είχαν ως στόχο τη διασφάλιση της γερμανικής τεχνολογίας αλλά και μεριδίων στην ευρωπαϊκή αγορά. Από το 2010 και μετά πολλές γερμανικές επιχειρήσεις άρχισαν να δείχνουν ενδιαφέρον για τους κινέζους επενδυτές, οι οποίοι στο μεταξύ είχαν γίνει και οι ίδιοι «εκλεκτικοί».

«Το 90% των επιχειρήσεων που αγόρασαν οι Κινέζοι μετά το 2010 δεν απειλούταν από χρεοκοπία. Αντίθετα οι περισσότερες είχαν καλό τζίρο και υγιή οικονομικά στοιχεία», εξηγεί ο Κινέζος οικονομολόγος. Μερικές από αυτές θεωρούνται κορυφαίες στην παγκόσμια αγορά, όπως η κατασκευάστρια εταιρεία μηχανών Putzmeister, που εξαγοράστηκε αντί 500 εκατομμυρίων ευρώ. Λίγο αργότερα η κινεζική Weichai Power εξαγόρασε αντί 750 εκατομμυρίων ευρώ τη γερμανική Kion.

Στο μεταξύ όμως, το κινεζικό ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στις κατασκευές μηχανών. Εταιρείες κατασκευής ηλεκτρονικών συσκευών, ανταλλακτικών αυτοκινήτων και υψηλής τεχνολογίας βρίσκονται στο στόχαστρο των Κινέζων. Το μερίδιο των κινεζικών επιχειρήσεων στη γερμανική αγορά αυξάνεται διαρκώς, ωστόσο, παραμένει ακόμη σε μεσαίο επίπεδο. Η «κινεζική εισβολή», που διέβλεπαν πολλοί ειδικοί, δεν ήλθε τελικά.

Δεν ακολούθησε κύμα απολύσεων

Οι ανησυχίες εξακολουθούν ωστόσο να υφίστανται. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι πολλοί Γερμανοί φοβούνται ότι μαζί με το κινεζικό χρήμα θα μπουν στη γερμανική αγορά και οι κινεζικές συνθήκες εργασίας, εκτιμά ο Όλιβερ Έμονς από το Ίδρυμα Hans-Böckler που πρόσκειται στα γερμανικά συνδικάτα και το οποίο διενήργησε σχετική έρευνα με ενδιαφέροντα πορίσματα.

«Οι γερμανικές επιχειρήσεις που εξαγοράστηκαν από τους Κινέζους παραμένουν αυτόνομες στο επιχειρησιακό πεδίο. Δεν ακολούθησε κύμα απολύσεων, ενώ τηρούνται οι συλλογικές συμβάσεις. Στις τρεις κυριότερες περιπτώσεις εξαγοράς, αυξήθηκε μάλιστα ο αριθμός των απασχολουμένων στις εν λόγω εταιρείες», τονίζει ο Όλιβερ Έμονς.