Ένοχος για παθητική δωροδοκία κρίθηκε χθες από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνου ο νομίατρος της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας, στον οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο ετών με αναστολή.

Ένοχοι για άμεση συνέργεια σε παθητική δωροδοκία κρίθηκαν ο επιχειρηματίας και η μηχανικός που κατηγορούνταν – με βάση τις καταγγελίες των δύο μηνυτών – ότι μεσολάβησαν για να λάβει ο βασικός κατηγορούμενος 1000 ευρώ για την έκδοση άδειας του καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος των δύο καταγγελλόντων, γεγονός που ωστόσο ποτέ δεν έγινε, αφού τα χρήματα βρέθηκαν στη μηχανικό που υποστήριξε ότι επρόκειτο για την αμοιβή της. Στη μηχανικό επεβλήθη ποινή φυλάκισης ενός έτους με αναστολή, ενώ στον επιχειρηματία ποινή φυλάκισης επίσης ενός έτους, χωρίς αναστέλλουσα δύναμη. Όπως ήταν φυσικό, οι συνήγοροι των τριών ατόμων κατέθεσαν έφεση.

Την ενοχή των κατηγορουμένων είχε ζητήσει νωρίτερα και ο εισαγγελέας, ενώ το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα των συνηγόρων υπεράσπισης για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του πρότερου έντιμου βίου.

Το ιστορικό και οι απολογίες

Σύμφωνα με την καταγγελία ενός ζευγαριού, ιδιοκτητών οβελιστηρίου, στις αρχές Ιουνίου του 2010, η μηχανικός που είχαν προσλάβει για να διεκπεραιώσει τη διαδικασία για την αδειοδότηση του καταστήματός τους φέρεται να τους ανέφερε πως, μετά την απόρριψη του αιτήματός τους από τον πρωτοβάθμιο έλεγχο της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας, θα ήταν καλό να δώσουν κάποια χρήματα στον διευθυντή της υπηρεσίας, ώστε η άδεια τελικά να δοθεί. Οι ιδιοκτήτες του καταστήματος στις 4-6-2010 μετέβησαν στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ρεθύμνου, όπου κατήγγειλαν το περιστατικό και στις 7-6-2010 το κατάστημα τους σφραγίστηκε. Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια μέρα, η Διεύθυνση Υγείας παρείχε την άδεια, μετά τον δευτεροβάθμιο έλεγχο.

Για την υπόθεση στο Ρέθυμνο βρέθηκαν αξιωματικοί και αστυνομικοί της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων, που σε συνεργασία με την Υποδιεύθυνση Ασφαλείας «έστησαν» επιχείρηση και συνέλαβαν τρία άτομα: τη μηχανικό, τον επιχειρηματία που φερόταν ως εκείνος που θα μετέφερε τα χρήματα και το νομίατρο.

Σύμφωνα πάντα με την καταγγελία, το αρχικό ποσό που είχε ζητηθεί ήταν 2500 ευρώ, ωστόσο μετά από διαπραγματεύσεις αυτό είχε πέσει στα 1000 ευρώ. Αυτά τα χρήματα βρέθηκαν στην κατοχή της μηχανικού, στην οποία τα είχαν παραδώσει οι ιδιοκτήτες του καταστήματος. Οι αστυνομικοί έκαναν λίγα λεπτά μετά έφοδο στο γραφείο της και τη συνέλαβαν. Αργότερα, συνέλαβαν τα δύο ακόμα άτομα.

Ωστόσο, το γεγονός ότι η διαδρομή των χρημάτων δεν ολοκληρώθηκε με βάση και τα όσα είχαν καταγγελθεί αποτέλεσε το βασικό σημείο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Άλλωστε, από την πρώτη στιγμή οι κατηγορούμενοι είχαν αρνηθεί τις κατηγορίες.

Κατά την απολογία του χθες ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνου, ο νομίατρος αναφέρθηκε στα χρόνια που διετέλεσε προϊστάμενος της Διεύθυνσης Υγείας, λέγοντας πως ουδέποτε είχε ζητήσει χρήματα για να προχωρήσει στην αδειοδότηση καταστημάτων και ότι ουδέποτε είχε υπάρξει τέτοιου είδους μομφή εναντίον του.

Το ίδιο υποστήριξε και για τη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι δηλαδή δεν ζήτησε χρήματα για να χορηγήσει την άδεια. Σε ερώτηση για τους λόγους που ο ίδιος είπε «ναι» στη χορήγηση της άδειας, ενώ στον πρωτοβάθμιο έλεγχο η εισήγηση ήταν αρνητική, ο νομίατρος απάντησε πως η επόπτης υγείας που είχε διενεργήσει τον αρχικό έλεγχο είχε κάνει λάθος στο μέγεθος του καταστήματος, αφού η υπάλληλος υποστήριξε ότι ήταν μικρότερο από τα 15 τ.μ. που ζητούσε ο νόμος. Αντίθετα, σύμφωνα με τον ίδιο, το κατάστημα ήταν 17,75 τ.μ. και πληρούσε τις προϋποθέσεις και άρα ο ίδιος συναίνεσε για την έκδοση της άδειας. Ακόμα, υποστήριξε πως δεν είχε ποτέ καμία ιδιαίτερη σχέση είτε με τον επιχειρηματία είτε με τη μηχανικό, που να δικαιολογούσε τέτοιου είδους συναλλαγές.

Από την πλευρά της, η μηχανικός υποστήριξε στην απολογία της πως τα χρήματα που της παρέδωσαν οι ιδιοκτήτες του καταστήματος ήταν μέρος της αμοιβής της για τις υπηρεσίες που τους είχε παρέχει. Ακόμα, είπε ενώπιον του δικαστηρίου πως όταν εισέβαλαν στο γραφείο της οι αστυνομικοί, η ίδια πανικοβλήθηκε, δεν κατάλαβε ποιοι ήταν και νόμισε πως ήταν ελεγκτές του ΣΔΟΕ. Εκεί απέδωσε το γεγονός ότι υποστήριξε ότι τα χρήματα που μόλις είχε λάβει δεν ήταν δικά της, αλλά του τρίτου κατηγορουμένου, του επιχειρηματία, που κατηγορήθηκε ότι επρόκειτο να μεταφέρει τα χρήματα στο νομίατρο. Μάλιστα, κατά την απολογία της υποστήριξε ότι πάνω στον πανικό της μην συλληφθεί για φορολογικές παραβάσεις, είπε πως τα χρήματα ήταν του επιχειρηματία, επειδή εκείνος την καλούσε εκείνη τη στιγμή στο κινητό της και ήταν ο πρώτος άνθρωπος που της ήρθε στο μυαλό. Τις κατηγορίες αρνήθηκε και ο επιχειρηματίας, στον οποίο άλλωστε δεν έφτασαν ποτέ τα χρήματα.

Το θέμα της μη ολοκληρωμένης διαδρομής του χρήματος αποτέλεσε κεντρικό αντικείμενο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και μάλιστα επέμειναν ιδιαίτερα οι συνήγοροι των κατηγορουμένων. Ερωτηθέντες, δε, οι δύο αστυνομικοί που κατέθεσαν ως μάρτυρες – ένας από την Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ρεθύμνου και ένας από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της Αθήνας – γιατί δεν «άφησαν το ποσό να φτάσει μέχρι τέλους», όπως υποστήριζαν οι καταγγέλλοντες, η απάντηση ήταν πως ήταν εντολή των αξιωματικών τους, υπό το φόβο να «χαθούν» τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα πριν καταλήξουν στα χέρια του νομίατρου.

Οι συνήγοροι

Στην πρότασή του ο εισαγγελέας της έδρας ζήτησε την ενοχή και των τριών κατηγορουμένων για τις κατηγορίες που τους είχαν ασκηθεί και υποστήριξε πως οι ισχυρισμοί τους κατά τις απολογίες τους δεν ήταν πειστικοί.

Οι συνήγοροι του νομίατρου, κ.κ. Παντελής Φουρφουλάκης και Νίκος Κοτζαμπασάκης υποστήριξαν πως δεν αποδείχθηκε από τη διαδικασία ότι ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει χρήματα για να παρέχει την άδεια του καταστήματος. «Δεν υπάρχει στοιχείο που να συνδέει τον πρώτο κατηγορούμενο με τους άλλους δύο», είπε ο κ. Φουρφουλάκης, προσθέτοντας ότι «στη δύση της καριέρας του ο κατηγορούμενος δέχεται την αισχρότερη μομφή».

Ιδιαίτερη αναφορά στη διαδρομή του χρήματος έκανε και ο κ. Κοτζαμπασάκης, λέγοντας προς το δικαστήριο ότι από τη στιγμή που τα χρήματα δεν βρέθηκαν στην κατοχή του νομιάτρου δεν είναι δυνατόν να στοιχειοθετείται η κατηγορία σε βάρος του.

Ο συνήγορος του επιχειρηματία, Αντώνης Βουλγαράκης υποστήριξε πως «η δικογραφία είναι κολοβή, πάσχει απελπιστικά», προσθέτοντας πως δεν αποδείχθηκε η εμπλοκή του εντολέα τους στην υπόθεση. «Δεν άφησαν οι αστυνομικοί με δική τους ευθύνη να κινηθούν τα χρήματα. Στην αλυσίδα των τριών κρίκων, όπως καταγγελλόταν, έχουν μόνο τον ένα και αυτό είναι σοβαρό έλλειμμα», είπε.

Το ίδιο υποστήριξε και η μία εκ των συνηγόρων της μηχανικού, Μαρία Σαρχώση, η οποία επανέλαβε όσα και οι συνάδελφοι της, ότι δηλαδή τα στοιχεία που υπάρχουν για την υπόθεση δεν αποδεικνύουν τίποτα από όσα κατήγγειλαν οι δύο ιδιοκτήτες του καταστήματος.

Τέλος, ο δεύτερος συνήγορος της μηχανικού, Μανώλης Μαρκογιαννάκης, είπε πως «μπορεί κάποιοι να παραπέμπονται στη δικαιοσύνη με ενδείξεις ή ακόμα και με υπόνοιες, όμως στο δικαστήριο πρέπει να υπάρχουν πλήρεις αποδείξεις για να καταδικαστούν». Έτσι, ζήτησε από τους δικαστές, «εάν στην κρίση τους υπάρχει έστω και ένα ψήγμα αμφιβολίας να απαλλάξουν τους κατηγορουμένους και να ταχθούν υπέρ της αθωότητάς τους». Κατέληξε, δε, λέγοντας «τα λάθη και τις παραλείψεις της προδικασίας και της ΕΛ.ΑΣ. δεν θα τις πληρώσουν οι κατηγορούμενοι».

Οι συνήγοροι των τριών καταδικασθέντων κατέθεσαν έφεση μετά το τέλος της δίκης, επιμένοντας ότι οι πελάτες τους δεν είναι ένοχοι και πως τίποτα δεν αποδείχθηκε κατά τη διαδικασία. Μάλιστα, εκτιμούν πως η ποινή που τελικά επιβλήθηκε ήταν «η ποινή της αμφιβολίας», ότι δηλαδή διαφαίνεται να υπάρχει αυτό το στοιχείο στην ετυμηγορία των δικαστών.

 

goodnet.gr/Α.Καλλέργη