Η είδηση ότι η μητρική εταιρεία συμμετοχών της πορτογαλικής τράπεζας Banco Espirito Santo αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας, ήταν αρκετή για να δημιουργήσει μία τάση ξεπουλήματος στις Ευρωπαϊκές τράπεζες και να αναβιώσει τον εφιάλτη της κρίσης χρεών.

Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι τα στρες τεστ των ευρωπαϊκών τραπεζών βρίσκονται σε εξέλιξη, τα αποτελέσματα τους αναμένονται τον Νοέμβριο, και οι αγορές εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι στις νέες κεφαλαιακές ενισχύσεις που θα απαιτηθούν.

Το ερώτημα που βασανίζει τους επενδυτές είναι κατά πόσον η περίπτωση της Πορτογαλικής τράπεζας αποτελεί μία μεμονωμένη περίπτωση ή κρύβονται και άλλες τέτοιες περιπτώσεις ανάμεσα στις 600 μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες. Οι απόψεις των αναλυτών είναι διχασμένες, κάποιοι εκτιμούν ότι πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό το οποίοι δεν απειλεί την σταθερότητα του συστήματος, ενώ άλλοι προειδοποιούν ότι τα χειρότερα έρχονται.

Πρέπει να επισημάνουμε επίσης την στενή συσχέτιση μεταξύ των ευρωπαϊκών τραπεζών και του κρατικού χρέους. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες, κυρίως γερμανικές, γαλλικές, ιταλικές και ισπανικές, διακρατούν ομόλογα που υπερβαίνουν σε αξία τα 1,3 δις ευρώ. Συνεχίζουν να αποτελούν δηλαδή τον βασικό χρηματοδότη των κρατικών χρεών, ειδικά των χωρών του νότου, και η όποια αδυναμία τους έχει άμεσο αντίκτυπο στην διαμόρφωση του spread των αντίστοιχων κρατικών ομολόγων. Το γεγονός αυτό το βιώσαμε την προηγούμενη εβδομάδα με την σημαντική άνοδο στα spreads των κρατικών ομολόγων του ευρωπαϊκού νότου.

Ο λόγος που οι τράπεζες ακολουθούν αυτήν την πολιτική είναι προφανής. Οι τράπεζες προτιμούν να διοχετεύουν την πλεονάζουσα φθηνή ρευστότητα που αντλούν από την ΕΚΤ σε κρατικά ομόλογα (που θεωρούνται μηδενικού ρίσκου) εξασφαλίζοντας έτσι ικανοποιητικές αποδόσεις με μηδενικό κίνδυνο. Είναι το φαινόμενο της ¨παγίδας ρευστότητας¨, όπου στο τραπεζικό σύστημα υπάρχει ισχυρή νομισματική βάση αλλά αυτή δεν διοχετεύεται στην πραγματική οικονομία (επιχειρήσεις και νοικοκυριά). 

Τη λύση σε αυτό το πρόβλημα καλείται να δώσει για μία ακόμη φορά η ΕΚΤ, υιοθετώντας στοχευμένα προγράμματα χρηματοδότησης των τραπεζών και αναβιώνοντας την αγορά των τιτλοποιημένων δανείων.

Μέσα στο αρνητικό αυτό διεθνές περιβάλλον, η χώρα μας προέβη στην έκδοση ομολόγου τριετούς διάρκειας, συγκεντρώνοντας λιγότερα κεφάλαια από ότι είχε σχεδιάσει αρχικά και με υψηλότερο κόστος. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει το πόσο εύθραυστη είναι η κατάσταση στις διεθνείς αγορές καθώς επίσης και ότι η πρόσβαση της χώρας μας στις αγορές είναι ευκαιριακού και όχι μόνιμου χαρακτήρα. 

Δεν υπάρχει λοιπόν ούτε χρόνος ούτε χώρος για μεμψιμοιρίες και καθυστερήσεις. Οι μεταρρυθμίσεις στην οικονομία και ο εκσυγχρονισμός της χώρας με την αναδημιουργία ενός παραγωγικού ιστού, πρέπει να προχωρήσουν άμεσα. Διαφορετικά θα μιλάμε σύντομα για πάλι χαμένες δεκαετίες και χαμένες γενιές.

Μηνάς Παπαδάκης 
Πιστοποιημένος Επενδυτικός Σύμβουλος
Συνδεδεμένος Αντιπρόσωπος της Eurobank Equities