''Το να λες κάτι είναι πράγμα φυσικό. Το να αντιλαμβάνεσαι αυτό ακριβώς που ειπώθηκε όπως ειπώθηκε είναι μόρφωση''. Τα παραπάνω λόγια ανήκουν σ ένα από τους σπουδαιότερους φιλοσόφους του 19 αιώνα τον Άρθουρ Σοπένχαουερ.

Ο Σοπενχάουερ κατέληξε σε μια κατά βάση ασκητική άποψη που αναγνώριζε τη δύναμη του ενστίκτου και τόνιζε ότι απέναντι σ’ έναν κόσμο ανελέητης ανταγωνιστικότητας, θα πρέπει να αντιδράσουμε καταπολεμώντας, όσο μας παίρνει, τις φυσικές μας ροπές, με σκοπό να πετύχουμε την ψυχική γαλήνη και να συμβάλουμε στη δημιουργία ενός πιο φιλικού σύμπαντος.

Ο πρόλογος μου αποτελεί την αφετηρία ενός άρθρου που προσπαθεί να αποτυπώσει την ψυχική κατάσταση ενός έθνους ολόκληρου που εδώ και μία τετραετία βρίσκεται στο επίκεντρο της διεθνούς κοινής γνώμης. Μία κοινωνία που βάλλεται, μία κοινωνία που αντιστέκεται, μία κοινωνία που περιτριγυρίζεται από δεκάδες συνώνυμα της λέξης καταστροφής.

Μας έφεραν όμως εδώ. Έτσι δεν λέμε οι περισσότεροι; Έτσι δεν λέμε προσπαθώντας να λάβουμε επί πιστώσει το φάρμακο εκείνο που θα μας κάνει να πετάξουμε τις ευθύνες από πάνω μας νιώθοντας γαλήνια, μα σ ένα ουτοπικό και πλασματικό κόσμο;

Μακάρι να ξέρα πως θα ήταν η παντέρμη η κοινωνία σήμερα στο σύνολό της, αν αντί να μεταβιβάζαμε ευθύνες με τρόπο αριστουργηματικό, την αποδεχόμασταν με τα στραβά, τα ανάποδα και τα θετικά της.

Για όλα ωστόσο σήμερα φταίει κάποιος άλλος. Και ξέρετε κάτι. Δεν αναφέρομαι μόνο στα αίτια της οικονομικής εξαθλίωσης στα οποία έχουμε περιέλθει αλλά και στα στραβά που συμβαίνουν στην καθημερινότητά μας. Σαν άλλοι τροβαδούροι υμνούσαμε επί χρόνια τον έρωτα, φθάσαμε στο αδιέξοδο μα στο παρά πέντε της καταστροφής διαπιστώνουμε ότι κάποιος άλλο φταίει.

Η φύση του Έλληνα είναι διαστροφική, καθώς από τη μία έχει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται και να αντικρίζει τις δυσάρεστες συνέπειες των πράξεών του από την άλλη ωστόσο με παρωπίδες και 3D γυαλιά βλέπει το μικρό σπίτι στο λιβάδι με τον ίδιο πρωταγωνιστή και κατάληξη που θα ζήλευε ακόμα και ο σεναριογράφος της πιο επιτυχημένης σαπουνόπερας.

Αυτό το σκηνικό είχε διαμορφωθεί τόσα χρόνια στην όμορφη κατά τ άλλα χώρα μας. Πολιτικές δυνάμεις οι οποίες στο σύνολό τους εξαγόραζαν έμμεσα την ψήφο και την ανοχή του ελληνικού λαού και στην αντίπερα όχθη γονείς οι οποίοι μπόλιαζαν τα παιδιά τους με την ψευδαίσθηση του μπλε, το κόκκινου και του πράσινου ξεθωριασμένου πολιτικού χρώματος.

Διανύσαμε εποχές κατά τις οποίες η εβδομαδιαία επίσκεψη σε κάποιο πολιτικό γραφείο έτσι για το καλημέρα ήταν πιο φυσιολογικό και από το μητρικό γάλα. Έτσι για μία καλημέρα, αν και η καλημέρα αυτή ξεπληρωνόταν μετά από χρόνια ή με μία μετάθεση ή με μία πρόσληψη ή με μία εποχική εργασία. Επί πιστώσει καλημέρες δίναμε όλοι μας, κανείς όμως ακόμα και τώρα δεν το έχει ολοκληρωτικά αποδεχτεί.

Ναι λοιπόν αγαπητοί μου όλοι μας κάποια στιγμή στο παρελθόν γίναμε μέρος αυτού του σάπιου πολιτικού συστήματος. Συνένοχοι στο έγκλημα το οποίο κρυβόταν μυστηριωδώς κάτω από τις δεκάδες κομματικές σημαίες και ανέμιζαν περήφανα στον μπλε ουρανό της πατρίδας μας. Συνένοχοι στο έγκλημα κατ εξακολούθηση που γινόταν επί χρόνια στον διπλανό μας.

Τώρα πια βέβαια φταίει κάποιος άλλος για την κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει. Φταίει αυτός που του απευθύναμε της καλημέρες μας, αυτός που του στέλναμε λουλούδια στην γιορτή του, αυτός για τον οποίο τρέχαμε περήφανοι στους δρόμους με την φάτσα του κολλημένη στο στήθος, διαλαλώντας για τις ικανότητές τους και το πόσο άξιος είναι να μας εκπροσωπήσει στο τιμημένο ελληνικό κοινοβούλιο.

Ως άλλοι ρήτορες και διδάκτορες του αστικού δικαίου δεν δεχόμασταν την αντιπαράθεση και ήμασταν κάθετα αντίθετοι στα πιστεύω κάποιου άλλου, καθώς το δικό μας πολιτικό χρώμα ανέμιζε πιο όμορφα στον ιστό της δημοκρατίας.

Κάπου εδώ ωστόσο το όνειρο τελείωσε, με ένα παράδοξο. Η αυλαία της πολυέξοδης παράστασης έπεσε και οι πρωταγωνιστές αντί να ακολουθούσουν την καινούρια κυλιόμενη σκάλα που τους είχαν υποσχεθεί, κατέβηκαν μία παλιά ξύλινη ετοιμόρροπη σκαλωσιά και κάπου στη μέση της διαδρομής προς τα καμαρίνια... το φως κόβεται. Τα καλοριφέρ δεν λειτουργούν και όσοι θεατές έχουν μείνει στον εξώστη κοιτάζουν από την μεγάλη τζαμαρία το φεγγάρι που αχνοφαίνεται, το οποίο τους δείχνει το δρόμο προς την έξοδο. Αυτό υπάρχει ακόμα, όπως υπήρχε και κατά το παρελθόν. Μόνο που τότε βλέπαμε από την αντανάκλαση που έκανε το ακριβό ( αλλά δανεικό )Rolex που φορούσαμε.

Ήρθε η στιγμή να ακολουθήσουμε το φεγγάρι και όπου αυτό μας οδηγήσει. Αυτό τουλάχιστον δεν θα μας πει ποτέ ψέματα και δεν θα μας τάξει λαγούς με πετραχήλια που λέει και ο σοφός κατά τα άλλα λαός μας.

Ερωτηματικό ωστόσο παραμένει το ποιος από τους γύρω μας θα αποκτήσει ή θα καλλιεργήσει τις ιδιότητες του φεγγαριού. Καθώς αν δεν βρεθεί κάποιος άμεσα, ο δρόμος για να ανέβεις από τα καμαρίνια μέσω της παλιάς σκάλας στην κεντρική σκηνή, δεν θα είναι μόνο σκοτεινός, αλλά και επικίνδυνος.

Χαιρετώ σας.

Νίκος Παναγιωτόπουλος
Δημοσιογράφος