Η διατροφική παρακολούθηση για μια υγιή και ισοζυγισμένη διατροφή, η σωματική άσκηση και η στενή παρακολούθηση του βάρους της μητέρας πριν από τη σύλληψη αλλά και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να συμβάλλουν τόσο στην αύξηση της γονιμότητας όσο και στη μείωση της εμφάνισης επιπλοκών στην υγεία της μητέρας αλλά και του παιδιού.

Έως και πριν από δύο δεκαετίες θεωρούνταν… κανόνας η έγκυος να τρώει για δύο στη διάρκεια της κύησης. Σταδιακά ο… κανόνας αυτός ευτυχώς ατόνησε, ωστόσο το ερώτημα «πόσα κιλά επιτρέπεται να πάρει μια γυναίκα στην εγκυμοσύνη» παραμένει, απασχολώντας γυναίκες και ειδικούς.

Σε γενικές γραμμές, οι επιστήμονες συμφωνούν ότι η λήψη βάρους κατά τη διάρκεια της κύησης πρέπει να γίνεται σταδιακά και κατά μέσο όρο 1 κιλό/μήνα. Πολλές γυναίκες βεβαίως παίρνουν περισσότερο βάρος προς το τέλος της εγκυμοσύνης ενώ άλλες στη αρχή. Δεν υπάρχει στερεότυπο μοντέλο διότι προφανώς κάθε γυναίκα έχει δικό της τρόπο ζωής που επηρεάζει τελικά την κατανομή του βάρους κατά τη διάρκεια των σαράντα εβδομάδων. Συνολικά η αύξηση του βάρους δε θα πρέπει να ξεπερνά τα 9 - 12 κιλά.

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια οι ειδικοί διαπιστώνουν ότι καταγράφονται σημαντικές αλλαγές στον πληθυσμό των εγκύων: «οι έγκυες πλέον είναι μεγαλύτερης ηλικίας και εμφανίζουν μεγαλύτερο σωματικό βάρος. Μεγάλο ποσοστό των γυναικών είναι υπέρβαρες ή παχύσαρκες και πολλές από αυτές αυξάνουν υπερβολικά το σωματικό τους βάρος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης» λέει ο γυναικολόγος, κ. Βασίλης Αθανασίου. 

Όπως συμβαίνει και με το γήρας, έτσι και το αυξημένο βάρος… ου γαρ έρχεται μόνον: «πολλές από αυτές τις αλλαγές συνοδεύονται από χρόνιες ασθένειες, π.χ. διαβήτης, καρδιαγγειακή νόσος, οι οποίες μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία της μητέρας αλλά και του εμβρύου. Εκτός από την ύπαρξη σακχαρώδη διαβήτη ή διαβήτη κύησης, το αυξημένο σωματικό βάρος καθώς και η υπερβολική πρόσληψη βάρους κατά τη εγκυμοσύνη έχει συσχετιστεί με τη γέννηση βρεφών με διαταραγμένο σωματικό βάρος» εξηγεί ο κ. Αθανασίου.

Μελέτες δείχνουν ότι τα άτομα που είχαν χαμηλό βάρος γέννησης έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης καρδιαμεταβολικών επιπλοκών κατά την ενήλικη ζωή τους όπως καρδιαγγειακές παθήσεις, σακχαρώδη διαβήτη, υπέρταση κτλ. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι και τα άτομα που έχουν γεννηθεί με αυξημένο σωματικό βάρος έχουν μεγάλη πιθανότητα εμφάνισης προβλημάτων υγείας στην παιδική όσο και στην ενήλικη ζωή τους σε σχέση με άτομα που γεννήθηκαν με φυσιολογικό σωματικό βάρος. Συγκεκριμένα, τα άτομα αυτά παρουσιάζουν συνήθως παχυσαρκία, και πιθανόν μεγαλύτερο κίνδυνο για καρδιαγγειακές παθήσεις.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Ενδοκρινολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, κ. Δημήτριο Κιορτσή, τα στοιχεία των μελετών καθιστούν αμέσως αντιληπτό πόσο σημαντική είναι η επικαιροποίηση των οδηγιών πρόσληψης βάρους των εγκύων γυναικών. «Πρόσφατα το Institute of Medicine ανακοίνωσε τις νέες οδηγίες λαμβάνοντας υπόψη τους και το Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) της μητέρας. Με βάση αυτές τις οδηγίες οι γυναίκες με φυσιολογικό ΔΜΣ θα πρέπει να στοχεύσουν σε πρόσληψη βάρους 11-16 κιλών. Οι υπέρβαρες γυναίκες στα 7-11 κιλά και οι παχύσαρκες στα 5-9 κιλά» λέει ο καθηγητής. Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκονται και άλλες επιστημονικές εταιρίες, καθώς με οδηγίες τους συνιστούν ακόμη μικρότερη αύξηση βάρους στην εγκυμοσύνη σε σχέση με τις οδηγίες του Institute of Medicine.

Συνεπώς, καταλήγει ο ειδικός, η διατροφική παρακολούθηση για μια υγιή και ισοζυγισμένη διατροφή, η σωματική άσκηση και η στενή παρακολούθηση του βάρους της μητέρας πριν από τη σύλληψη αλλά και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να συμβάλλουν τόσο στην αύξηση της γονιμότητας όσο και στη μείωση της εμφάνισης επιπλοκών στην υγεία της μητέρας αλλά και του παιδιού.