Η Διοικούσα Επιτροπή του ΤΕΕ Τμήματος Δυτικής Κρήτης σε ειδική θεματική συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στις 22/07/2014 σε συνεργασία με τους τοπικούς Κλαδικούς Συλλόγους Μηχανικών (Σύλλογος Πολιτικών Μηχανικών Ν. Χανίων, Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Χανίων, Σύλλογος Αγρονόμων-Τοπογράφων Μηχανικών Ν. Χανίων και Σύλλογος Χημικών Μηχανικών Περιφερειακό Τμήμα Κρήτης), εξέτασε το περιεχόμενο του πρόσφατου σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομικών με τίτλο «Οριοθέτηση, διαχείριση και προστασία αιγιαλού και παραλίας», το οποίο τροποποιεί ή αντικαθιστά τον ισχύοντα νόμο 2971/2001 και διαπίστωσε τα εξής:

Σύμφωνα με το Ελληνικό Σύνταγμα ο αιγιαλός και η παραλία, παράκτια οικοσυστήματα, αποτελούν, δημόσια κοινόχρηστα πράγματα, ανήκοντα κατά κυριότητα και εξ αδιαιρέτου σε όλους μας και δεν πρέπει να παρεμποδίζεται η ακώλυτη και ελεύθερη απόλαυσή τους, που αποτελεί το βασικό και κύριο από την φύση προορισμό τους.

Το νομοσχέδιο αυτό, όπως και κάθε πρόταση νόμου, οφείλει, είτε να καλύπτει νομοθετικό κενό, είτε να θεραπεύει, να ρυθμίζει και να αποσαφηνίζει ζητήματα και παραλείψεις ενός προηγούμενου νόμου με το ίδιο αντικείμενο. Να θέτει, δηλαδή, το θεσμικό πλαίσιο – το όριο – μέσα στο οποίο θα κινούνται οι δραστηριότητες και οι πράξεις της Διοίκησης και των πολιτών, ώστε να εξασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον.

Στο πλαίσιο αυτό το κράτος πρέπει να είναι αρωγός στην ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας, πρωτίστως όμως, να είναι ο εγγυητής των δικαιωμάτων των πολιτών που αφορούν στην χρήση, στην πρόσβαση, στην προστασία του περιβάλλοντος και του κοινόχρηστου χώρου.

Παγκοσμίως έχει κατοχυρωθεί η έννοια της προστασίας του περιβάλλοντος (της ζωής). Η γη είναι ο χώρος που προστατεύει τη ζωή. Όχι μόνο του ανθρώπου άλλα των ζώων και των φυτών. Χωρίς το φυσικό περιβάλλον ο άνθρωπος δεν έχει τη δυνατότητα να επιβιώσει. Ο αιγιαλός είναι το σημείο συνάντησης της στεριάς με τη θάλασσα και αποτελεί κομβικό περιβάλλον ζωής. Η αναγωγή του χώρου που συντελούνται λεπτοφυείς βιολογικές κλπ. διαδικασίες, δεν είναι δυνατόν να εκπέσει σε θέση αγοραίας συναλλαγής. Κάθε επέμβαση σ’ αυτή την περιοχή πρέπει να είναι απολύτως αναστρέψιμη για την εγγύηση της εξέλιξης της ζωής.

Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο έχουν γίνει νομοθετήματα που υποχρεώνουν και την Ελλάδα στην προτεραιότητα της προστασίας του περιβάλλοντος. Επί πλέον, ο αιγιαλός και η παραλία με την κλασσική έννοια που τη γνωρίζουμε μέχρι σήμερα είναι πηγή πληροφοριών, γεωλογικών, ιστορικών, φυσικών, πολιτιστικών και αρχαιολογικών. Με την αναγωγή του αιγιαλού σε υποδοχέα επεμβάσεων όλων των τύπων αποποιούμεθα αυτόν τον πλούτο της γνώσης, της επιστήμης και της ζωής και τον αντιμετωπίζουμε ως εμπορευματικό αντικείμενο χρήσης και ανταλλαγής.

Αντίθετα με την πιο πάνω προσέγγιση στο κείμενο του νομοσχεδίου διαφαίνεται ότι η επιχειρηματική σκοπιμότητα προτάσσεται κάθε άλλης. Επιπλέον διαφαίνεται ότι το συγκεκριμένο ν/σ αποτελεί μνημονιακή υποχρέωση της Ελλάδας που πρέπει να εφαρμοστεί άμεσα και θα έχει ως στόχο «τη διευκόλυνση των “στρατηγικών επενδύσεων” και τις “ιδιωτικοποιήσεις”».

Το ΥΠΟΙΚ όμως δεν πρέπει να νομοθετεί ανεξάρτητα για το συγκεκριμένο αντικείμενο – χωρίς τουλάχιστον το ΥΠΕΚΑ – αφού οι επιπτώσεις των ρυθμίσεων που προτείνει, επηρεάζουν ουσιωδώς χωρικά και περιβαλλοντικά θέματα με έμμεσο ή άμεσο τρόπο. Δεν δικαιολογείται ένα νομοσχέδιο για τις παράκτιες και παρόχθιες ζώνες να μην εναρμονίζεται σε επίπεδο σχεδιασμού αλλά να έπεται χρονικά του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό (που αναθεωρήθηκε πρόσφατα) ή των Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο εκπόνησης σε όλες τις Περιφέρειες της χώρας. Επιπλέον είναι εμφανής η σημασία του συνολικού αυτού σχεδιασμού ειδικά στις νησιωτικές περιφέρειες της χώρας.

Ακόμη θα πρέπει να διδαχτούμε από ευρωπαϊκά παραδείγματα αντιμετώπισης του αιγιαλού ως αντικείμενο πλήρους εμπορικής εκμετάλλευσης που αποδείχτηκαν καταστροφικά και για το επίπεδο καθημερινής ζωής των ανθρώπων αλλά και για την οικονομία των χώρων, που υιοθέτησαν αυτή την έννοια.

Ως ΤΕΕ Τμήμα Δυτικής Κρήτης μαζί με τους Κλαδικούς Συλλόγους Μηχανικών

 Αντιλαμβανόμαστε τους αιγιαλούς και τις παραλίες ως μέγιστο εθνικό πλούτο, που δεν εμπορευματοποιείται ως αναλώσιμο προϊόν υπέρ ιδιωτικών συμφερόντων.
 Στηρίζουμε την ήπια ανάπτυξη των αιγιαλών και παραλιών με σαφείς κανόνες, που όλοι θα απολαμβάνουν ως φυσικό αγαθό και κοινό κτήμα.
 Θεωρούμε αναγκαία την ύπαρξη εθνικής πολιτικής διαχείρισης της παράκτιας και παρόχθιας ζώνης με ξεκάθαρες προδιαγραφές, που προστατεύουν το περιβάλλον, με στόχο τη διασφάλιση και ανάδειξη του φυσικού πλούτου.
 Συντασσόμαστε με τα υπόλοιπα Περιφερειακά Τμήματα του ΤΕΕ που ζητούν την εγκατάλειψη της προώθησης του εν λόγω νομοσχεδίου καθώς και άλλων ανάλογων προτάσεων νόμου.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα και μπροστά στις έντονες αντιδράσεις που συγκέντρωσε το προαναφερθέν νομοσχέδιο προωθούνται αλλαγές από την κυβέρνηση που σκοπεύει να το επανακαταθέσει στο προσεχές μέλλον. Θεωρούμε ότι οι ελάχιστες αρχές τεχνικού χαρακτήρα που αφορούν στη διαχείριση της παράκτιας και παρόχθιας ζώνης θα πρέπει να περιλαμβάνουν υποχρεωτικά τα ακόλουθα:

1. Για την καταγραφή «Αιγιαλού», «Παραλίας», «Παλαιού Αιγιαλού», «Όχθης», «Παρόχθιας ζώνης» και «Παλαιάς όχθης» όπως επίσης και των οριογραμμών αυτών θα πρέπει να ακολουθείται ο συσχετισμός κατά την έννοια του νόμου Ν.3882/2010 ώστε να ορίζονται ως διακεκριμένα σύνολα γεωχωρικών δεδομένων και να προσδιορίζονται οι υπηρεσίες, ο κύριος και η υποδομή αυτών. Ειδικά σε ότι αφορά στην χάραξη και το περιεχόμενο του παλαιού αιγιαλού θα πρέπει να τηρούνται τα αναφερόμενα στον ισχύοντα νόμο 2971/2000. Την ευθύνη καθορισμού των παραπάνω θα πρέπει να έχουν οι Κτηματικές Υπηρεσίες του Δημοσίου και η όλη διαδικασία θα πρέπει να μπορεί να συντελεστεί σε ικανό χρονικό διάστημα. Η συρρίκνωση των διαδικασιών για τους εν λόγω καθορισμούς θα πρέπει να είναι ουσιαστική και όχι απλοποιητική της σοβαρότητας του θέματος.

2. Με δεδομένο ότι λόγω της κλιματικής αλλαγής παρατηρείται άνοδος στη στάθμη της θάλασσας και διάβρωση των ακτών, για την προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών κρίνεται σκόπιμο ο χαρακτήρας του Παλαιού Αιγιαλού και της Παλαιάς Όχθης Ποταμών και Λιμνών να μην ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου αλλά να έχει χαρακτήρα κοινής χρήσης και να ανήκει κατά κυριότητα στο Δημόσιο, το οποίο θα έχει και την υποχρέωση να τα προστατεύει και να τα διαχειρίζεται σύμφωνα με τις αρχές της αειφορίας και του χωροταξικού σχεδιασμού, όπως των Αιγιαλό και την Όχθη.

3. Η διατήρηση της υποχρεωτικής ζώνης παραλίας (ή παρόχθιας ζώνης), κατ’ επέκταση του Αιγιαλού (ή της Όχθης) αποτελεί τη «φυσική» ανάγκη επικοινωνίας της ξηράς με τη θάλασσα και την «ανθρώπινη» ανάγκη για απρόσκοπτη πρόσβαση προς τις ακτές (ή τις όχθες). Υποχρεωτικά λοιπόν, θα πρέπει να προσδιορίζεται σε κάθε περίπτωση μαζί με τον Αιγιαλό (ή την Όχθη) και Ζώνη Παραλίας (ή Παρόχθια ζώνη) πλάτους που θα καθορίζεται με κριτήρια γεωμορφολογικά και ακτομηχανικά λαμβάνοντας φυσικά υπόψη και ιδιαίτερες περιπτώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής κληρονομιάς μας.

4. Είναι αδιανόητη η δυνατότητα νομιμοποίησης αυθαίρετων κατασκευών (έστω και αν αυτές έχουν κατασκευαστεί μετά τον Ιούλιο του 2011 όπως ορίζουν οι ν.4014/2011 και 4178/2013 ή ακόμα και αν κατασκευάζονται σήμερα) που βρίσκονται στον αιγιαλό και την παραλία, που χρησιμοποιούνται όχι για κατοικία, αλλά για επιχειρηματικούς σκοπούς. Η δυνατότητα αυτή δεν είχε δοθεί έως σήμερα από τους νόμους για τη νομιμοποίηση της αυθαίρετης δόμησης για τον αιγιαλό, τα δάση και τους αρχαιολογικούς χώρους, ως αντίθετη στη συνταγματική επιταγή.

5. Δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η οποιαδήποτε μορφή επεμβάσεων για το μπάζωμα θαλάσσιου χώρου οι οποίες οδηγούν στην αλλοίωση της ακτομηχανικής συμπεριφοράς και την αλλοίωση του φυσικού περιβάλλοντος που είναι το καθαρά τουριστικό μας προϊόν, με σοβαρό κίνδυνο για την ασφάλεια ανθρώπων και κατασκευών.

6. Η θέσπιση των όποιων κινήτρων για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας θα πρέπει να έχει ως εφαλτήριο τα οικονομικά οφέλη για την Εθνική Οικονομία και όχι τα ιδιωτικά συμφέροντα και σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να έπεται των δικαιωμάτων των πολιτών που αφορούν στην χρήση, στην πρόσβαση και στην προστασία του περιβάλλοντος και του κοινόχρηστου χώρου όπως έχουν θεσπιστεί από το Ελληνικό Σύνταγμα.

7. Η συνταγματική προστασία των ακτών, η οποία εκτείνεται στη χερσαία και θαλάσσια ζώνη αυτών ως οικοσυστημάτων, περιλαμβάνει την κατά το φυσικό προορισμό χρήση τους και ιδίως τη διασφάλιση του δικαιώματος της ελεύθερης πρόσβασης σε αυτές καθώς επίσης και την κοινοχρησία αυτών. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να αποκλείονται χρήσεις, οι οποίες μπορεί να εμποδίζουν την κατά προορισμό χρήση των χώρων αυτών, δηλαδή της ελεύθερης και ανεμπόδιστης επίσκεψης παραμονή, διελεύσεως και κολυμβήσεως (ΣτΕ3346/99). Στο πλαίσιο αυτό επίσης δεν νοούνται νομοθετικές παρεμβάσεις που εκ του πονηρού και για να αποφύγουν τις «σκοπέλους» αλλαγής χαρακτηρισμού, προορισμού και ιδιοκτησίας που μπορούν να βγουν αντισυνταγματικές και να καταπέσουν, κινούνται στη λογική της παροχής ελευθερίας άσκησης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και συμφερόντων, επιτρέποντας επεμβάσεις όλων των τύπων.