Η ακράτεια ούρων ταλαιπωρεί το 27% των Ελληνίδων, ηλικίας 20-80 ετών, επηρεάζοντας αρνητικά την καθημερινότητά τους και συχνά προκαλώντας κατάθλιψη. Η λύση, όμως, υπάρχει και είναι απλή: ένα χάπι, το οποίο μάλιστα δεν χρειάζεται να το παίρνει κάποιος εφ’ όρου ζωής.

«Η ακράτεια ούρων είναι ένα θέμα ταμπού, για το οποίο κανείς δε θέλει να μιλήσει. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση μιας γυναίκας, που επί 20 χρόνια έκρυβε από το σύζυγό της ότι είχε ακράτεια και τού το ομολόγησε, όταν άρχισε να κάνει θεραπεία. Σήμερα, κυκλοφορούν επτά φάρμακα, τα οποία καλύπτονται από όλα τα ταμεία και εξασφαλίζουν καλύτερη ποιότητα ζωής, σε όλους όσοι πάσχουν από ακράτεια ούρων», επισήμανε κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, με αφορμή την Παγκόσμια Εβδομάδα Εγκράτειας Ούρων (20-24 Ιουνίου), ο ουρολόγος-διευθυντής ΕΣΥ και πρόεδρος τους Ουρολογικής Εταιρείας Β. Ελλάδος, Σταύρος Χαραλάμπους.

Παρότι δεν αποτελεί απειλητική κατάσταση για τη ζωή, η ακράτεια των ούρων ασκεί σωματική και ψυχολογική επίδραση στους ασθενείς, ενώ ταυτόχρονα τους επιφορτίζει και με οικονομική επιβάρυνση. Τα άτομα με συμπτώματα υπερδραστήριας κύστης, ενός συνδρόμου που προκαλεί συχνουρία και ακράτεια ούρων, παρουσιάζουν μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας και κατάθλιψης σε σχέση με όσους δεν έχουν το πρόβλημα.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Χρυσάνθης Κωστάκη, μιας νέας γυναίκας που έπασχε από σύνδρομο υπερδραστήριας κύστης και αναγκαζόταν κάθε μισή ώρα να πηγαίνει στην τουαλέτα. «Δεν μπορούσα να δουλέψω, δεν μπορούσα να βγω έξω, ούτε να μπω σε λεωφορείο. Ευτυχώς, δεν είχα ακράτεια. Τον τελευταίο χρόνο παίρνω φάρμακα, ένα χάπι κάθε βράδυ, και η ζωή μου έχει βελτιωθεί προς το καλύτερο. Πριν από λίγες ημέρες πήγα στο θέατρο και δεν αισθάνθηκα την ανάγκη να ουρήσω για 3,5 ώρες. Πέρα από μια ελαφρά ξηροστομία δεν έχω καμιά ενόχληση από το φάρμακο», ανέφερε η κ.Κωστάκη.

«Η ακράτεια των ούρων, οποιασδήποτε μορφής κι αν είναι, επιδρά σαρωτικά στη ζωή των ασθενών, εκλαμβανομένη ως μια βαθιά απώλεια της υγείας, που προκαλεί θυμό και λύπη, καθώς και αίσθημα ντροπής και κατάθλιψης. Οι ασθενείς αποφεύγουν τις κοινωνικές εκδηλώσεις και εμφανίζουν σημαντική απώλεια της αυτοπεποίθησής τους, με αντίκτυπο στις κοινωνικές συναναστροφές, στη σεξουαλική ζωή και στην ψυχική τους υγεία», τόνισε ο κ.Χαραλάμπους.

Είναι όμως αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι, αντί να αναζητήσουν ιατρική θεραπεία, πολλοί ασθενείς με υπερδραστήρια κύστη κρύβουν το πρόβλημά τους και υποφέρουν σιωπηλά, ενώ όσοι πάνε στο γιατρό συνήθως το κάνουν πέντε χρόνια μετά την έναρξη του προβλήματος.

«Η υπερδραστήρια κύστη δεν πρέπει να θεωρείται φυσιολογική ούτε για τους ενήλικες οποιασδήποτε ηλικίας. Παραδόξως, οι ηλικιωμένοι έχουν τη λανθασμένη αντίληψη ότι η ακράτεια είναι ένα αναπόφευκτο μέρος της γήρανσης. Το ζήτημα της ακράτειας είναι συχνά η αφορμή για την απώλεια της ανεξαρτησίας για τον ηλικιωμένο ασθενή. Και παρ' όλο που η πλήρης εγκράτεια δεν είναι πάντοτε εφικτή, σημαντική βελτίωση μπορεί συνήθως να επιτευχθεί στους περισσότερους, ώστε να διατηρείται μια φυσιολογική ζωή», πρόσθεσε ο κ. Χαραλάμπους.

Τα συμπτώματα, που θα οδηγήσουν κάποιον να αντιληφθεί ότι πάσχει από τη συγκεκριμένη διαταραχή, είναι η συχνουρία (ούρηση 8 ή περισσότερες φορές κατά το 24ωρο), η επιτακτική ακράτεια των ούρων (η ακούσια διαφυγή ποσότητας ούρων, έπειτα από απότομο και συνεχές αίσθημα επιτακτικής ούρησης, που δεν μπορεί να ανασταλεί), η επιτακτικότητα (δηλαδή αιφνίδιο, ισχυρό αίσθημα επιθυμίας για ούρηση), η νυκτουρία (η έγερση για ούρηση κατά τη διάρκεια του ύπνου περισσότερο από 3 φορές).

Το πρώτο και το πιο σημαντικό βήμα για ένα άτομο, που υποπτεύεται ότι πάσχει από υπερδραστήρια κύστη, είναι να συζητήσει το πρόβλημά του με τον ουρολόγο.

Εάν διαγνωστεί σύνδρομο υπερδραστήριας κύστης, εφαρμόζεται συντηρητική θεραπεία ή φαρμακοθεραπεία. Οι συντηρητικές τεχνικές βοηθούν τους πάσχοντες να αντιμετωπίσουν καλύτερα τα συμπτώματά τους. Σ’ αυτές περιλαμβάνονται οι ασκήσεις των μυών του πυελικού εδάφους, οι ασκήσεις που αφορούν τη λειτουργική ρύθμιση της ουροδόχου κύστης και η αλλαγή των συνηθειών, που αφορούν τη μείωση της κατανάλωσης καφεΐνης και αλκοολούχων ποτών. Η φαρμακοθεραπεία εξάλλου αποδείχτηκε πολύ αποτελεσματική στη βελτίωση των συμπτωμάτων της υπερδραστήριας κύστης. Με τη λήψη φαρμάκων, τα συμπτώματα αμβλύνονται, λόγω της ελάττωσης των ακούσιων συσπάσεων της κύστης και της αύξησης της χωρητικότητάς της. Έτσι, καθυστερούν την πρώτη επιθυμία για ούρηση, μειώνουν τη συχνουρία και τα επεισόδια ακράτειας.

«Το ποσοστό ανταπόκρισης στη θεραπεία ανέρχεται στο 70%-75% των ασθενών. Σε 11.956 ασθενείς, από 61 μελέτες, φάνηκε ότι τα αντιμουσκαρινικά φάρμακα θεράπευσαν ή βελτίωσαν όλες τις παραμέτρους της ούρησης έναντι του placebo και βελτίωσαν την ποιότητα της ζωής των ασθενών. Επίσης, η ελάχιστη μείωση στα επεισόδια ακράτειας, που γίνεται αντιληπτή από τον ασθενή και έχει θετική επίδραση στην ποιότητα ζωής, είναι 3 με 4 επεισόδια ανά εβδομάδα. Τα αποτελέσματα του ίδιου φαρμάκου δεν είναι ίδια σε όλους τους ασθενείς. Επομένως, πρέπει να αξιολογούμε σωστά τον ασθενή, ώστε να του χορηγήσουμε το κατάλληλο γι' αυτόν φάρμακο. Η επίδραση της χρόνιας χρήσης όλων των αντιμουσκαρινικών (με εξαίρεση την oxybutinin) είναι θετική σε καθημερινές παραμέτρους ποιότητας ζωής, όπως είναι η φυσική δραστηριότητα, ο ύπνος και το συναίσθημα. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ήπιες και σπάνια οδηγούν στη διακοπή του φαρμάκου», εξήγησε ο κ.Χαραλάμπους.

Στη χώρα μας, σύμφωνα με την πανελλαδική επιδημιολογική μελέτη για την ακράτεια ούρων, που έγινε από τη Β' Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών και τον καθηγητή Άγγελο Λιάπη, σε 2.000 γυναίκες, οι Ελληνίδες μεταξύ 20 και 80 ετών ξοδεύουν για προϊόντα, όπως οι σερβιέτες και οι πάνες, 10.743.007 ευρώ το μήνα και 128.916.084 ευρώ το χρόνο.

Υπολογίζεται ότι περίπου 100 εκατομμύρια άτομα στον κόσμο ετησίως εμφανίζουν συμπτώματα υπερδραστήριας κύστης. Η υπερδραστήρια κύστη προσβάλλει άνδρες και γυναίκες σε όλο τον κόσμο, ανεξάρτητα από την ηλικία, αν και είναι συχνότερη στις μεγαλύτερες ηλικίες. Να σημειωθεί ότι η ακράτεια αφορά το 30% του γηριατρικού πληθυσμού (άνω των 60 ετών) και περίπου το μισό πληθυσμό των τροφίμων σε οίκους ευγηρίας.

Πρόσφατα, η επιδημιολογική μελέτη EPIC, η πρώτη που διεξήχθη σε αντιπροσωπευτικό δείγμα πληθυσμού στην Ευρώπη και στον Καναδά σύμφωνα με τις οδηγίες της Διεθνούς Εταιρείας Εγκράτειας, έδειξε ότι το 11,8% των ατόμων, ηλικίας άνω των 18 ετών, παρουσιάζουν συμπτώματα υπερδραστήριας κύστης, ενώ σε ηλικίες άνω των 40 ετών, το ποσοστό είναι περίπου 17%. Με βάση την πληθυσμιακή μελέτη (EPIC) των 16.776 ανδρών και γυναικών ηλικίας άνω των 40 ετών, φάνηκε ότι η συχνότητα της υπερδραστήριας κύστης στην Ευρώπη είναι 15,6% για τους
άνδρες και 17,4% για τις γυναίκες.

in.gr