Οι οκονομικοί και ψυχολογικοί λόγοι είναι αυτοί που κυρίως οδηγούν σε μια αυτοκτονία σύμφωνα με τα αποτελέσματα έρευνας που προκαλέι ιδιαίτερο προβληματισμό,και η οποία πραγματοποιήθηκε   από τους μαθητές του 2ου κύκλου του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας Ηρακλείου, το οποίο εδρεύει στην Τύλισσο.

Οι μαθητές του Σ.Δ.Ε., υπό την καθοδήγηση του διευθυντή, Εμμανουήλ Μαρκογιαννάκη, διεξήγαγαν έρευνα με θέμα την αυτοκτονία ως κοινωνικό φαινόμενο της εποχής μας. Την επιμέλεια της έρευνας ανέλαβαν οι κύριοι Τριανταφύλλου Γεώργιος, καθηγητής κοινωνικού γραμματισμού, και Τσόφλιος Ιωάννης, καθηγητής γλωσσικού γραμματισμού.

Το αντικείμενο της έρευνας κίνησε το ενδιαφέρον των μαθητών, καθώς το φαινόμενο της αυτοχειρίας παρουσιάζει έξαρση στις μέρες μας και ο αριθμός των αυτοκτονιών έχει αυξηθεί σε ανησυχητικά επίπεδα.

Ψυχολογικοί & οικονομικοί οι λόγοι

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, οι κυριότεροι λόγοι που μπορούν να στρέψουν κάποιο άτομο σε αυτοκαταστροφικές ενέργειες είναι κυρίως ψυχολογικοί (47%). Ακολουθούν οικονομικοί λόγοι (29%), η απώλεια ενός προσφιλούς προσώπου (8%), η συναισθηματική- ερωτική απογοήτευση (7%), το οικογενειακό περιβάλλον (6%) ενώ η επίδραση εξαρτησιογόνων ουσιών φαίνεται να καταλαμβάνει την μικρότερη θέση στην κλίμακα των κύριων αιτιών αυτοκτονίας (3%).

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ένα σημαντικό τμήμα του ερευνητικού δείγματος (14%) έχει χάσει οικείο πρόσωπο λόγω αυτοχειρίας, ενώ αρκετοί από τους ερωτηθέντες (11,27%) έχουν σκεφτεί την πιθανότητα της αυτοκτονίας.

Τέλος οι μαθητές του ΣΔΕ κατέληξαν στη διαπίστωση ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ερωτηθέντων πιστεύει ότι το οικογενειακό περιβάλλον αποτελεί τη βασικότερη και περισσότερο αποτελεσματική πηγή στήριξης και ψυχολογικής ενδυνάμωσης του ατόμου για την αποτροπή μιας πιθανής απόπειρας αυτοκτονίας.

Η οικογενειακή συνοχή συντελεί σημαντικά στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που ταλανίζουν κάποιο άτομο και αποδεικνύεται ένας ισχυρός κοινωνικός θεσμός, που μπορεί να βοηθήσει στην εκτόνωση των κρίσιμων φάσεων στη ζωή ενός ανθρώπου. 

Η έρευνα διεξήχθη σε δείγμα 141 ανθρώπων, διαφόρων ηλικιών, μορφωτικών και οικνοομικών επιπέδων.