Φανταστείτε τον αιγιαλό σαν μια λεπτή κόκκινη γραμμή. Κάποιοι τη θεωρούν γραμμή αντιπαράθεσης και διατηρούν κλίμα πολεμικό. Ε, λοιπόν, κι εγώ θέλω να χαραχτεί αυτή η γραμμή στο σύνολο της επικράτειας. Ώστε να ξέρουμε πού είναι και να μπορούμε να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε. Σε κλίμα συνεννόησης και σοβαρότητας.

Όμως, προσπαθώντας να κάνω μία τίμια συζήτηση, μπήκα σε ένα φόρουμ κι έμαθα πως κάποιοι διαφωνούν τελείως με τη χάραξη του αιγιαλού. Αν κι ομολογούν πως μέχρι σήμερα είχε χαραχθεί μόνο στο 8% περίπου της ακτογραμμής, κι ενώ συμφωνούν πως η χάραξη αποτελούσε μια χρονίζουσα απαίτηση (όπως το κτηματολόγιο και το δασολόγιο), οι λόγοι διαφωνίας δεν έχουν να κάνουν με την ευνομία.

Η βασική ανησυχία τους είναι πως το Δημόσιο, τώρα που θα ξέρει ακριβώς πού είναι ο αιγιαλός, θα μπορεί να κάνει και παραχωρήσεις. Βέβαια, παραβλέπουν το γεγονός πως πριν τη χάραξη του αιγιαλού γίνονταν απλώς πιο εύκολες οι καταπατήσεις, ενώ τώρα η χάραξη με τις αεροφωτογραφίες θα δείξει αμέσως τα σημεία που έγιναν αυθαιρεσίες. Δηλαδή, το Δημόσιο θα μπορεί πολύ πιο εύκολα να επιβάλει πρόστιμα και να εκδώσει διαταγές κατεδάφισης.

Οι μεγάλες περιβαλλοντικές οργανώσεις, όπως η WWF, ζητούν χάραξη αιγιαλού, παραλίας και παράκτιας ζώνης συνολικά, κάτι που συμβαδίζει και με το Πρωτόκολλο για την Ολοκληρωμένη Διαχείριση της Παράκτιας Ζώνης (PICZM – Protocol for Integrated Coastal Zone Management). Φυσικά, ουδείς σοβαρός επιστήμων ή επιχειρηματίας δε διαφωνεί με την ολοκληρωμένη διαχείριση και τη μελετημένη ανάπτυξη. Αυτό είναι που λέει και ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ): «Με δεδομένο πως το σημερινό νομικό πλαίσιο έχει σημαντικές αδυναμίες, ενισχύοντας την ανομία, την αυθαιρεσία και την καταπάτηση (τόσο από επιχειρήσεις, όσο και από πολίτες), είναι επιτακτική η ανάγκη να καταγραφούν αυστηρές τεχνικές, ποιοτικές και περιβαλλοντικές προδιαγραφές, ώστε να διασφαλισθεί η ορθή και νόμιμη κατανομή χρήσης και πρόσβασης στον αιγιαλό, τόσο των επιχειρήσεων, όσο και των πολιτών.»

Αυτό είναι εξαρχής το ζητούμενο: να έχουν σχεδιαστεί προσεκτικά οι ανάγκες για λιμάνια, στρατόπεδα, διυλιστήρια, βιομηχανίες, ξενοδοχεία, καρνάγια, αλλά και πόλεις (όπως η Γλυφάδα κι ο Βόλος), οικισμούς (όπως η Μύκονος και η Ύδρα), και γραφικά παραδοσιακά χωριά πάνω στο κύμα, όπως ο Γερολιμένας. Είμαι πτυχιούχος περιβαλλοντολόγος, και με ανησυχεί να βλέπω κάποιους που παρουσιάζονται ως «οικολόγοι» να μη θέλουν το Δημόσιο να ξέρει ακριβώς τι του ανήκει και πώς να το εκμεταλλευθεί ή παραχωρήσει.

Η αειφόρος ανάπτυξη απαιτεί νομιμότητα, οργάνωση και σχεδιασμό, κι επομένως ήταν ένα απαραίτητο βήμα η χάραξη του αιγιαλού. Εφαρμόζοντας ολοκληρωμένη διαχείριση της παράκτιας ζώνης, όπως ζητάει η WWF, και θεσπίζοντας σαφείς κανόνες χρήσεων γης και όρων δόμησης, όπως ζητάει ο ΣΕΤΕ, θα μπορέσουμε να οργανώσουμε σωστά όλη την παράκτια Ελλάδα. Πρώτα θα ορίσουμε περιοχές απαγόρευσης της δόμησης. Αυτό είναι πάντα το πρώτο βήμα. Να οριστούν οι περιοχές προστασίας σαφώς, με χάρτες, με διαγράμματα, με φορείς διαχείρισης, και δυνάμεις ασφαλείας, πυρόσβεσης, υπηρεσίες καθαρισμού και απορρύπανσης.

Σε περιοχές δόμησης θα θεσπίσουμε μια ζώνη 100μ. (όπως ζητάει η WWF) ή μια ζώνη 50μ. (όπως είναι τώρα) ή μια ζώνη που θα οριστεί αναλόγως της μορφολογίας του εδάφους (πιο επιστημονικά σωστή προσέγγιση) για τις νέες κατασκευές. Αν επιτρέψουμε σε κάποια άκρη της Ελλάδας να υπάρξει οικισμός τύπου Οίας, στην άκρη ενός γκρεμού, δεν έχει κανένα νόημα να τραβήξουμε τη γραμμή 100μ. πιο μέσα από τον γκρεμό, αλλά πιο κοντά. Αυτό που σίγουρα χρειαζόμαστε είναι μια επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη ανάπτυξης για κάθε περιοχή, ώστε να μπορούμε να πάρουμε τις αποφάσεις μας με γνώση και σύνεση.

Ο ΣΕΤΕ και ο ΣΕΒ, αλλά και η WWF, έχουν εκπονήσει μελέτες για την αναπτυξιακή πορεία της χώρας, και υπάρχουν πολλές συγκλίσεις. Κανείς δε μιλά για συνέχιση του καθεστώτος αυθαιρεσίας και καταπάτησης, φυσικά. Όλοι θέλουν σοβαρή και τεκμηριωμένη προσέγγιση. Αυτή η φράση είναι του ΣΕΤΕ: «Να υπάρξουν οι νομοθετικές προϋποθέσεις για την επιθυμητή ποιοτική τουριστική ανάπτυξη, με παράλληλο σεβασμό στο περιβάλλον, τον κοινόχρηστο χαρακτήρα των ακτών και την ίση και ελεύθερη πρόσβαση και χρήση σε όλους τους πολίτες». Θα μπορούσε να ανήκει σε οποιαδήποτε περιβαλλοντική οργάνωση.

Σε μια χώρα που τα ξενοδοχεία πολυτελείας χρησιμοποιούν μόλις 60χλμ ακτών (από σχεδόν 20000χλμ, σύμφωνα με το Κτηματολόγιο), δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην πηγαίνει το κοινό εκεί που ήδη πηγαίνει. Από προσωπική εμπειρία, ξέρω πως όταν κατασκευάστηκε η Ελούντα, ο κορυφαίος προορισμός στην Ελλάδα, δεν υπήρχε εκεί πέρα ούτε μία αμμουδιά. Στην απόκρημνη και άνυδρη ακτή της Ελούντας πήγαν ο παππούς μου κι ο πατέρας μου να φτιάξουν ξενοδοχείο όταν οι ντόπιοι τη θεωρούσαν τόπο της λέπρας (λόγω της Σπιναλόγκα). Όλες οι αμμουδιές στα ξενοδοχεία είναι τεχνητές και κατασκευάστηκαν με μεγάλο κόστος εκεί που ποτέ δεν πήγαινε λουόμενος (αφού ούτε δρόμοι δεν υπήρχαν).

Αυτό μας διδάσκει πως οι πρωτοπόροι οραματιστές μπορούν να μετατρέψουν οποιαδήποτε ακτή σε τόπο ανάπτυξης. Συχνά αντιμετωπίζω τη στενόμυαλη αντίληψη πως τα 20000χλμ των Ελληνικών ακτών δεν πρέπει να θεωρούνται όλα κατάλληλα για τουριστική ανάπτυξη, αλλά η αλήθεια αποδεικνύεται διαφορετική. Ένας μεγάλος αρχιτέκτων μπορεί να δημιουργήσει υπέροχες εγκαταστάσεις οπουδήποτε. Αν αφαιρέσουμε όλα τα μέρη που πηγαίνουν τώρα οι λουόμενοι, πάλι θα περισσέψουν 150χλμ ακτών για ποιοτική τουριστική ανάπτυξη. Το δύσκολο δεν είναι να τα βρεις. Το δύσκολο είναι να πειστείς.

Τα λιμενικά έργα και τα έργα προσάμμωσης που απαιτούνται για να κατασκευαστεί μία τουριστική επιχείρηση στα κατσάβραχα είναι έργα που προβλέπονται σε κάθε νομικό καθεστώς που ίσχυε από τη δεκαετία του 1960 (τότε που ξεκίνησε η Ελούντα). Θα ήταν άλλωστε παράλογο σε μια χώρα σαν την Ελλάδα να μην μπορούσες να φτιάξεις νομίμως ένα λιμάνι, ή να προστατεύσεις μια ακτή από τη διάβρωση, ή να βελτιώσεις την πρόσβαση για καΐκια, σκάφη, ή ανθρώπους. Ως συνήθως, όμως, το καθεστώς είναι περίπλοκο κι απαιτεί πολλές «στάσεις» σε υπηρεσίες για συνεννόηση με τους υπαλλήλους του κράτους, για γνωμοδότηση, αδειοδότηση, έγκριση, θεώρηση, κλπ. Πρόκειται για ένα καθεστώς που απαιτεί ιώβειο υπομονή από τον σωστό επιχειρηματία που πάει με το σταυρό στο χέρι. Ένα καθεστώς που διώχνει τους τίμιους από την Ελλάδα εδώ και δεκαετίες. Ελάχιστοι το άντεξαν.

Ιδού όμως και η ειρωνεία της πραγματικότητας. Ενώ οι τίμιοι δυσκολεύονται αφόρητα να κάνουν τη δουλειά τους, το καθεστώς εξυπηρετεί θαυμάσια όποιον θέλει να κάνει καταπάτηση. Δίπλα στον υδροβιότοπο της Ελούντας, απέναντι από τα ξενοδοχεία που χτίστηκαν στα κατσάβραχα, υπάρχει μια φυσική αγκάλη με μεγάλα στρογγυλά βότσαλα, την οποία κόβει στη μέση ο πανύψηλος κόκκινος τοίχος ενός ιδιώτη που περιφράσσει το σπίτι του. Καμία περιβαλλοντική οργάνωση δεν έχει κινηθεί ενάντια σε τέτοιου είδους μικρά τοπικά συμφέροντα. Οι τοπικές μαφίες είναι πανίσχυρες. Οι οργανώσεις δεν κινούνται ενάντια στον καθένα που χτίζει όπου θέλει, ό,τι θέλει, κι όπως θέλει. Ίσως και λόγω των περιορισμένων πόρων τους, στρέφονται εναντίον των ολίγων και μεγάλων στόχων, αυτών που φαίνονται πολύ και κάνουν μεγάλο ντόρο. Εναντίον των ξένων επενδυτών, κι όχι των «δικών μας παιδιών», των τοπικών διαπλεκόμενων συμφερόντων.

Επομένως, θα πρέπει και οι περιβαλλοντικές οργανώσεις να αρχίσουν να κινούνται εναντίον εκείνων που κάνουν την πραγματική ζημιά, και να επιμείνουν για ποιοτικές τουριστικές επενδύσεις. Να μελετήσουμε τα συγκεκριμένα εκείνα σημεία που θα γίνουν οι ποιοτικές τουριστικές επενδύσεις, και με όλα τα εχέγγυα περιβαλλοντικής προστασίας: βιολογικούς καθαρισμούς, υπόγεια δίκτυα, διαλογή στην πηγή, κομποστοποίηση, περιβαλλοντική εκπαίδευση και κατάρτιση. Στη δική της έκθεση για την πράσινη ανάπτυξη(1) , η WWF αναφέρει πως οι χρήσεις στον αιγιαλό πρέπει να βρουν ισορροπία ανάμεσα στην αλιεία, τον τουρισμό, και τις υδατοκαλλιέργειες (σελ.50). Απαιτείται, λοιπόν, να βρούμε την ισορροπία, τη μέση οδό, ώστε να πηγαίνει το κοινό εκεί που πηγαίνει ήδη ελεύθερα, αλλά ν’ αναπτυχθεί και σε μερικές γωνιές ο ποιοτικός τουρισμός που θα φέρει εισοδήματα και εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας στην περιφέρεια. Άλλωστε, τόσο για τον ΣΕΒ όσο και για τη WWF, όσο και για τον ΣΕΤΕ, φυσικά, ο Τουρισμός αποτελεί κλάδος πρώτης προτεραιότητας για την ανάπτυξη της χώρας.

Ήδη έγινε το πρώτο βήμα: η χάραξη του αιγιαλού. Ας πιέσουμε τώρα για να ολοκληρωθούν και τα επόμενα: το κτηματολόγιο, οι δασικοί χάρτες, οι χρήσεις γης, τα χωροταξικά σχέδια. Ώστε να μπει η χώρα σε τροχιά λελογισμένης ανάπτυξης και να γλιτώσουμε από την αυθαιρεσία.

(1) http://www.wwf.gr/images/pdfs/LivingEconomyVisionInGreece-GR.pdf

Φώτης Κοκοτός
Επιχειρηματίας του Τουρισμού και των Κατασκευών.
Κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (MSc) Μηχανικού Περιβάλλοντος