Για ορισμένα επαγγέλματα η επαφή με τα συναισθήματα είναι απαραίτητη. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί απλά να αποτελεί ένα έξτρα «βάρος». Και όπως συμβαίνει με κάθε δεξιότητα που έχει ένας άνθρωπος, το να είναι σε θέση να «διαβάζει» κάποιον άλλο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε για καλό, είτε για κακό.

Ορισμένες από τις μεγαλύτερες στιγμές που έζησε η ανθρωπότητα ήταν «γεμάτες» από συναισθηματική νοημοσύνη.

Όταν για παράδειγμα ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ παρουσίασε το «όνειρό» του, επέλεξε να χρησιμοποιήσει μια γλώσσα, ένα λόγο, ο οποίος θα εισέβαλλε στις καρδιές του ακροατηρίου του.

Αντί να τονίσει την «ιερή υποχρέωση για ελευθερία» ο Κινγκ είπε με βροντερή φωνή: «Η Αμερική έδωσε στους νέγρους μια κακή επιταγή». Υποσχέθηκε ότι μια χώρα που είχε «πνιγεί από τη στυγνή καταπίεση» μπορούσε να μεταμορφωθεί σε μια «όαση ελευθερίας και δικαιοσύνης» και οραματίστηκε ένα μέλλον όπου «στους κόκκινους λόφους της Georgia οι γιοι των πρώην σκλάβων και οι γιοι των πρώην ιδιοκτητών-σκλάβων θα μπορούν να κάθονται μαζί στο κοινό τραπέζι της αδελφοσύνης».

Το «ηλεκτρισμένο» μήνυμά του ήταν γεμάτο από συναισθηματική νοημοσύνη, την ικανότητα δηλαδή να αναγνωρίζει, να καταλαβαίνει και να διαχειρίζεται τα συναισθήματα. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ επέδειξε μια μοναδική ικανότητα να διαχειρίζεται να δικά του συναισθήματα και να πυροδοτεί συναισθήματα στο ακροατήριό του, που τους ωθούσαν στη δράση.

Αναγνωρίζοντας τη δύναμη των συναισθημάτων, ένας ακόμη μεγάλος ηγέτης –για τη δύναμη της επιρροής του και όχι για τις πράξεις του- του 20ου αιώνα, πέρασε πολλά χρόνια μελετώντας τις συναισθηματικές επιδράσεις της «γλώσσας» του σώματός του.

Εξασκώντας τις χειρονομίες του και αναλύοντας τις εικόνες των κινήσεών του, κατάφερε να γίνει ένας «απόλυτα μαγευτικός δημόσιος ομιλητής» λέει ο ιστορικός Roger Moorhouse για τον Αδόλφο Χίτλερ. «Είχε δουλέψει πολύ σκληρά για να το καταφέρει» πρόσθεσε.

Το 1995 το βιβλίο του Daniel Goleman έγινε μπεστ σέλερ, και από τότε ηγέτες, διαμορφωτές χάραξης πολιτικής, παιδαγωγοί κ.ά. «είδαν» στη δύναμη της συναισθηματικής νοημοσύνης τη λύση σε μια σειρά κοινωνικών προβλημάτων
.
Ορισμένοι υποστήριξαν για παράδειγμα, όπως αναφέρει ο Adam Grant στο The Atlantic, ότι αν τα παιδιά μάθαιναν πώς να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους, τότε θα ήταν ικανά για μεγαλύτερη συνεργασία και λιγότερο bullying. Αν θα μπορούσαμε να καλλιεργήσουμε τη συναισθηματική νοημοσύνη στους ηγέτες και τους γιατρούς, θα είχαμε περισσότερο ευαίσθητους χώρους εργασίας και καλύτερη υγειονομική περίθαλψη. Έτσι, η συναισθηματική νοημοσύνη κατέληξε να διδάσκεται ευρέως σε γυμνάσια, σχολές διοίκησης επιχειρήσεων και σε φοιτητές ιατρικής.

Η συναισθηματική νοημοσύνη είναι σημαντική, όμως ο αχαλίνωτος ενθουσιασμός γύρω από αυτήν επισκίασε μια σκοτεινή πλευρά της.

Νέα στοιχεία δείχνουν, ότι όταν οι άνθρωποι ακονίζουν τις συναισθηματικές τους δεξιότητες, γίνονται καλύτεροι στο να χειρίζονται τους άλλους.

Όταν κανείς είναι σε θέση να ελέγξει τα δικά του συναισθήματα, μπορεί και να τα διαχωρίσει και να συγκαλύψει τα πραγματικά του αισθήματα. Όταν γνωρίζει τι νιώθουν οι άλλοι, μπορεί να «μπει» μέσα στην καρδιά και το μυαλό τους και να τους παρακινήσει να δράσουν ενάντια στο συμφέρον τους.

Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα, επικεφαλής της οποίας ήταν ο καθηγητής του πανεπιστημίου του Κέμπριτζ Jochen Menges, οι ειδικοί εκτιμούσαν ότι όταν ένας ηγέτης δίνει μια εμπνευσμένη ομιλία γεμάτη με συγκίνηση, το κοινό είναι λιγότερο πιθανό να εξετάσει το μήνυμα που θέλει να μεταδώσει ο ίδιος και να θυμάται λιγότερα στοιχεία από το περιεχόμενό της. Κι όμως, τα μέλη του ακροατηρίου είχαν συγκινηθεί σε τέτοιο βαθμό από την ομιλία, που ισχυρίζονταν ότι μπορούσαν να θυμηθούν το μεγαλύτερο μέρος αυτής.

Οι συγγραφείς της μελέτης ονομάζουν το φαινόμενο αυτό «the awestruck effect» (η επίδραση του δέους), όμως θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς και ως «επίδραση του σοκ», που σε κάνει να μένεις άφωνος, σημειώνει ο αρθρογράφος.

Οι ηγέτες που «κατέχουν» τα συναισθήματα μπορούν να στερήσουν από το ακροατήριό τους την ικανότητα στη λογική. Αν μάλιστα, οι αρχές και οι αξίες που πρεσβεύουν είναι εντελώς «ξένες» από τις δικές του, τα αποτελέσματα μπορεί να είναι καταστροφικά.

Νέα στοιχεία υποδηλώνουν ότι όταν οι άνθρωποι έχουν αυτό-εξυπηρετούμενα κίνητρα, η συναισθηματική νοημοσύνη γίνεται ένα «όπλο» στα χέρια τους, για να χειρίζονται τους άλλους.

Ο ψυχολόγος Stéphane Côté από το πανεπιστήμιο του Τορόντο διεξήγαγε μια έρευνα ανάμεσα στους υπαλλήλους του ιδρύματος, οι οποίοι συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο γύρω από τις Μακιαβελικές τους τάσεις και υποβλήθηκαν σε ένα τεστ που μετρούσε τις γνώσεις τους γύρω από τις αποτελεσματικές στρατηγικές για τη διαχείριση των συναισθημάτων.

Ο Côté και η ερευνητική του ομάδα αξιολόγησαν πόσο συχνά οι υπάλληλοι υπονόμευαν εσκεμμένα τους συναδέλφους τους. Οι υπάλληλοι που σχετίζονταν με τις πιο επιβλαβείς συμπεριφορές ήταν «Μακιαβελικοί» με υψηλά επίπεδα συναισθηματικής νοημοσύνης.

Χρησιμοποιούσαν τις συναισθηματικές δεξιότητές τους για να υποβαθμίσουν και να φέρουν σε δύσκολη θέση τους συναδέλφους τους, για ίδιον όφελος.

Σε μια άλλη έρευνα, που έκανε ο καθηγητής του πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ Gideon Kunda, σε μια εταιρεία υπολογιστών, ένας μάνατζερ παραδέχτηκε ότι είχε πει σε κάποιον συνάδελφό του πόσο ενθουσιασμένοι ήταν όλοι με τη δουλειά του, αλλά την ίδια στιγμή ανέφερε ότι «κρατούσε αποστάσεις από το project αυτό, έτσι ώστε όταν αποτύγχανε, ο πρόεδρος της εταιρείας να κατηγορούσε εκείνον τον υπάλληλο».

Βέβαια, οι άνθρωποι δε χρησιμοποιούν πάντα τη συναισθηματική νοημοσύνη για φαύλους σκοπούς.

Τις περισσότερες φορές, οι συναισθηματικές δεξιότητες αποτελούν απλά ένα «εργαλείο» για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων.

Σχετικά πρόσφατα οι ψυχολόγοι Dana Joseph και Daniel Newman από το πανεπιστήμιο της Φλόριδα και του Ιλινόις αντίστοιχα, ανέλυσαν διεξοδικά κάθε έρευνα που είχε εξετάσει τη σχέση ανάμεσα στη συναισθηματική νοημοσύνη και την απόδοση στο χώρο εργασίας.

Αναλύοντας εκατοντάδες μελέτες από χιλιάδες υπαλλήλους από 191 διαφορετικά επαγγέλματα, δε φάνηκε να υπάρχει σταθερή σχέση ανάμεσα στη συναισθηματική νοημοσύνη και την καλύτερη απόδοση.

Στα επαγγέλματα που απαιτούσαν ιδιαίτερη προσοχή στα συναισθήματα, η υψηλότερη συναισθηματική νοημοσύνη μεταφραζόταν και σε καλύτερη απόδοση.

Οι πωλητές, οι μεσίτες, οι τηλεφωνικοί αντιπρόσωποι και οι σύμβουλοι που γνώριζαν πώς να «διαβάζουν» και να διαχειρίζονται συναισθήματα, διακρίνονταν στο χώρο εργασίας τους. Ήταν σε θέση να γνωρίζουν πώς να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά κάθε πιεστική και αγχωτική κατάσταση, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους με… χαμόγελο.

Ωστόσο, στα επαγγέλματα που υπήρχαν λιγότερες συναισθηματικές απαιτήσεις, τα αποτελέσματα ήταν αντίστροφα.

Όσο μεγαλύτερη συναισθηματική νοημοσύνη διέκρινε τους υπαλλήλους, τόσο πιο χαμηλή ήταν και η απόδοσή τους.

Για τους μηχανικούς, επιστήμονες και λογιστές η συναισθηματική νοημοσύνη ήταν περισσότερο μειονέκτημα, παρά προσόν.

Αν και απαιτείται να γίνουν περισσότερες μελέτες γύρω από το θέμα αυτό, μια εξήγηση είναι ότι οι εργαζόμενοι αυτοί έδιναν μεγαλύτερη προσοχή στα συναισθήματά τους, αντί να επικεντρώνονται στα καθήκοντά τους.

Χάρη σε πιο αυστηρές μεθόδους έρευνας, υπάρχει αυξανόμενη αναγνώριση ότι η συναισθηματική νοημοσύνη -όπως και κάθε δεξιότητα- μπορεί να χρησιμοποιηθεί για καλό ή για κακό.

Έτσι, καταλήγει ο αρθρογράφος, αν πρόκειται διδάσκουμε τη συναισθηματική νοημοσύνη στα σχολεία και στους χώρους εργασίας, ίσως θα πρέπει να εξετάσουμε καλύτερα τις αξίες που τη συνοδεύουν και πού είναι πραγματικά χρήσιμη.

newsbeast.gr