Αυτήν την στιγμή βρίσκομαι σε κατάσταση: «τα έχω πάρει στο κρανίο». Μπροστά στα μάτια μου είδα τι θα πει μίσος, ρατσισμός, νεύρα και βία. Δεκαπενταύγουστος και η μητέρα μου γιορτάζει. Ξεκινάω για να της πάρω ένα δώρο που ξέρω ότι θα της αρέσει. Κάνει χρόνια συλλογή από αντικείμενα Swarovski. Η πρώτη μου στάση είναι στο μαγαζί που πηγαίνω χρόνια. Μαζί με την αδελφή μου βοηθάμε να εμπλουτίζει την συλλογή της χρόνια τώρα. Κύκνοι, μικρογραφίες αντικειμένων, ζωάκια κάθε λογής.

Ενώ έχω ήδη αρχίσει να αμφιβάλλω αν το θερμόμετρο του αυτοκινήτου λειτουργεί σωστά, λέει 25 βαθμούς αλλά έχω ήδη αρχίσει να νιώθω λες και είναι 45, κλείνω τα παράθυρα και ανάβω το «κλίμα» του αμαξιού μου. Έχω πέντε λεπτά ιδρώτα μέχρι να πάρει μπρος για τα καλά. Μια χαραμάδα στο παράθυρο και φευγαλέα μια σκέψη για τσιγάρο. Μα δεν μένει, καθώς θα βρωμάει για μέρες μετά.

Πρώτο φανάρι, δεύτερο φανάρι, αναστροφή και να που βρισκόμαστε μπροστά στο μαγαζί. Χα! Κλειστό. Όχι απλά κλειστό, χαρτόνια στις βιτρίνες του και ένα μήνυμα γραμμένο με μαρκαδόρο: Ανακαίνιση: Ανοιχτά από 27 Αυγούστου. Πανικός ολίγων δευτερολέπτων και ευτυχώς που το δεύτερο μαγαζί που πουλάει Swarovski είναι σε απόσταση δεκαλέπτου. Οι δρόμοι άδειοι, και λίγο μετά το «δαχτυλίδι» στο ύψος του ΟΤΕ έχω σταματήσει πίσω από ουρά σε φανάρι, ακριβώς πριν τον προορισμό μου. Το φανάρι διαθέτει καθαριστή τζαμιών. Ένα παλικάρι, κοντά μάλλον στα δεκαεφτά του, αν ήταν τόσο μεγάλος, Κάτω από το λιοπύρι και χρώμα δέρματος καφέ από τις ώρες του συντροφιά με την άσφαλτο και τον ήλιο. Πλησιάζει το πρώτο αυτοκίνητο, δεν θέλει ο οδηγός του πλύσιμο στα τζάμια του.

Πλησιάζει το δεύτερο, δεν βρίσκει μεροκάματο και πάλι. Σκέφτομαι πως έχω 1 ευρώ και δεν θα ήταν κακή ιδέα να ξεθολώσει λίγο το τοπίο. Είχα και καιρό να το μετακινήσω. Η τελευταία φορά ήταν με βροχή εισαγόμενη από την έρημο Σαχάρα. Από απόχρωση του μπλε το αυτοκίνητο ήταν πλέον καμουφλάζ για επιχειρήσεις στη Λιβύη. Πριν προλάβω να αποφασίσω τι θα κάνω το μπροστινό αυτοκίνητο ξεκινά τους υαλοκαθαριστήρες του και καθώς πάει να φύγει ο παράνομος μεροκαματιάρης του ανοίγει την πόρτα καθώς περνάει, για να και γω δεν ξέρω τι πέρναγε εκείνη την ώρα από το μυαλό του.

Το θύμα φυσικά χτυπάει και καθώς η αριστερή λωρίδα είναι για όσους θέλουν να πάνε αριστερά, με φανάρι, βρίσκεται στη μέση της λωρίδας. Δυνατά φρένα ακούγονται και το μόνο που σκέφτομαι είναι: «Αμάν τον έφαγε». Πέρα από τον τρόμο του, έφαγε άλλο ένα βρίσιμο από τον οδηγό που ερχόταν στην αριστερή λωρίδα. Άλλος έξυπνος. Πατημένος ενώ είχε κόκκινο. Αλλά εντάξει. Τρόμαξε. Κάπως τον δικαιολογώ. Και δεν πήγαινε τόσο γρήγορα για να έχουμε μοιραίο. Το βλέμμα του μεροκαματιάρη στο φανάρι δεν έφυγε καθόλου από τον οδηγό μπροστά μου. Χωρίς τσαμπουκάδες, σχεδόν σαστισμένος από την βία που δέχθηκε. Συνέχισε προς εμένα.

Εκείνη την στιγμή άναψε το φανάρι και σαν να ξύπνησα, μηχανικά έβαλα πρώτη και το αριστερό μου χέρι κόλλησε στην κόρνα. Ποτέ μου δεν μου άρεσαν τα γαλλικά μα ξεπέρναγα αθυρόστομους μετρ του είδους σε κλάσματα δευτερολέπτων με το μυαλό μου. Μέχρι μερικά μέτρα ακόμα η κόρνα του αυτοκινήτου μου ήταν στο διαπασών. Σα να ήθελα να στρέψω την προσοχή όλων στον μπροστινό οδηγό. Αλλάζω λωρίδα, άδειος ο δρόμος μα το φλας το χρησιμοποίησα. Τον καθρέπτη μου επίσης. Βρίσκομαι στα δεξιά του μπροστινού και θέλω να δω τον άξιο ελληναρά για να μην πω τίποτα χειρότερο.

Τον δημοκράτη που νομίζει πως μπορεί να προκαλεί και να βιαιοπραγεί ελεύθερα προς τους αδυνάτους του. Αυτόν που χτυπά τον συνάνθρωπό του επειδή θεωρεί ότι είναι καλύτερος. Θέλω να δω τα μάτια του. Και η οργή πέθανε έτσι ξαφνικά. Γυναίκα οδηγός. Θέλω να φωνάξω γαλλικά επιπέδου αλλά η προσγείωση είναι απότομη. Είναι δεν είναι πατημένα 50. Δεν θέλω τίποτα πια. Έχει χαθεί το παιχνίδι. Μακάρι να ήταν πιτσιρίκος. Αλλά στα πενήντα πώς να εξηγήσεις ότι αυτό που έκανε ήταν απάνθρωπο; Ναι, δικαιολογίες άμεσες περνάνε στο μυαλό μου. Δυστυχώς είμαι αρκετά παλαιών αρχών σε αυτό το θέμα.

Δεν χτυπάς, δεν βρίζεις τις γυναίκες. Μπορεί να περνάει τα χειρότερα αυτήν την στιγμή στη ζωή της. Να ήταν ένα αθώο ξέσπασμα. Ναι, ίσως. Αλλά αν είχε σκοτωθεί ο μεροκαματιάρης των φαναριών πώς θα κοιμόταν τα βράδια; Πώς θα ζούσε μετά από αυτό που έκανε; Τι μας λες τώρα... Εδώ υπάρχουν κάποιοι που φωτογραφίζουν τους γιους τους να κρατάνε τα κεφάλια των «εχθρών» τους. Αυτό είναι μαγκιά. Ενώ σίγουρα σε κάποιους κύκλους της θα μπορούσε ξεδιάντροπα να βροντοφωνάξει τον άθλο της. Μια πόρτα τού άνοιξε. Όλα καλά... Και εδώ το μυαλό μου προσεκτικά προσπαθεί να μην γίνει κριτής και συνήγορος υπεράσπισης τέτοιων συμπεριφορών. Είναι πολύ εύκολο να δώσουμε τόπο στην οργή.

Όσο πέρναγα από δίπλα της αυτό που θυμάμαι είναι να με κοιτάει στην αρχή με θυμό και μάλλον είχα τέτοια έκφραση απέχθειας που κατέβασε στο τέλος το βλέμμα της. Νίκη; Θα το σκεφτεί ή θα με κοσμήσει με γαλλικά, όπως έκανα εγώ λίγες στιγμές πριν στον συνοδηγό της; Θα σκεφτεί πόσο κοντά έφτασε να σκοτώσει κάποιον για πρώτη φορά στη ζωή της; Αν τον χτύπαγε και έμενε παράλυτος για όλη του την ζωή η κυρία θα έχανε τον ύπνο της; Θα του εξασφάλιζε τα προς το ζην, έστω και στο ίδιο επίπεδο που έχει τώρα; Και στην τελική, ποιος είσαι εσύ ρε φίλε που μας μιλάς για δικαιοσύνη; Τι είσαι; Ένα μικρό τιποτένιο ανθρωπάκι που ζει ανάμεσά σας. Προσπαθεί τουλάχιστον. Ο πρώτος αναμάρτητος... ας κλάψει για τους υπόλοιπους. Η ειρηνική διαμαρτυρία στον σταυρό δεν φέρνει αποτελέσματα.

Υ.Γ. Πήρα μια ωραία μέδουσα στη μητέρα μου. Ελπίζω πως θα της αρέσει. Καλό υπόλοιπο καλοκαιριού.

*Ο Αίαντας Αρτεμάκης γεννήθηκε το 1982 και είναι δημοσιογράφος και «κομπιουτεράς». Πουλάει κομπιουτεράκια στην Ομόνοια, με προτίμηση στα γιαπωνέζικα. Του αρέσει να διαβάζει και να ονειρεύεται μια γερή δημοκρατία. Παντρεύτηκε το 1989 τον καλό του φίλο, Amstramd 1512. Δυστυχώς από τότε, έχει αλλάξει πολλούς αγαπημένους. Τώρα συζεί με έναν Z800 HP.

protagon.gr