Οι μισθοί αυξάνονται, το ίδιο και η τιμή των πρώτων υλών, το ρυθμιστικό πλαίσιο γίνεται πιο σφιχτό, οι διαδικασίες αδειοδοτήσεων πιο δύσκολες, η διαφάνεια πιο θολή και ο ανταγωνισμός από τις εγχώριες επιχειρήσεις ολοένα κι αγριεύει.

Μήπως τελικά οι καλές εποχές έχουν παρέλθει για τις πολυεθνικές στην Κίνα;

Πρόσφατη έρευνα του Εμπορικού Επιμελητηρίου της ΕΕ στο Πεκίνο (σε συνεργασία με την Roland Berger Strategy Consultants) δείχνει πως η απάντηση είναι μάλλον καταφατική. Από τις 552 εταιρίες που συμμετείχαν, το 59% ανέφερε μεν αύξηση εσόδων για το 2013, είναι όμως κατά πολύ λιγότερες από το 62% του 2012 και το 75% του 2011.

Αντιστοίχως, το ποσοστό των εταιριών που παρουσίασαν κέρδη έπεσε στο 63% πέρυσι, από 74% που ήταν το 2010. «Για πρώτη φορά», επισημαίνεται στην έρευνα, «οι περισσότερες εταιρίες αναφέρουν ότι τα περιθώρια κέρδους από τις δραστηριότητές τους στην Κίνα είναι μικρότερα από τον διεθνή τους μέσο όρο».

Παραπάνω από τις μισές επιχειρήσεις είναι πια πεπεισμένες ότι αιτία είναι ένα καθεστώς διακρίσεων έναντι των ξένων επιχειρήσεων που έχει αρχίσει να παγιώνεται στην Κίνα. Πιο έντονη είναι αυτή η αίσθηση στις νομικές και οικονομικές υπηρεσίες, τις μεταφορές και τα logistics.

Έτσι, λόγω των εμποδίων πρόσβασης στην αγορά και τους αυξημένους περιορισμούς του κινεζικού ρυθμιστικού πλαισίου, οι επιχειρήσεις του Ευρωπαϊκού Επιμελητηρίου παρουσίασαν συνολική μείωση εσόδων 21,3 δισ. ευρώ πέρυσι.
Το αρνητικό αυτό κλίμα μάλλον επιδεινώνει, παρά αμβλύνει το φιλόδοξο σχέδιο του Πεκίνου για ριζικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Μόλις το 45% των εταιριών που μετείχαν στην έρευνα θεωρούν ότι αυτές θα βελτιώσουν τις προοπτικές τους.
 Το 50% εκφράζει επιφυλάξεις…

Το αποτέλεσμα είναι η Κίνα να παραμένει μεν σημαντική για την επιχειρηματικότητα, πλην όμως ολοένα και περισσότερες εταιρείες βάζουν πια φρένο στα σχέδια επέκτασης (57% το 2013, από 86% του ήταν το 2012). Μόνον το 1/5 των επιχειρήσεων που μετείχαν στην έρευνα θεωρούν την κινεζική αγορά ως την πιο σημαντική για τις δραστηριότητές τους, έναντι 1/3 που ήταν μόλις προ διετίας.

«Είναι προφανές ότι αρχίζουν να επανεξετάζουν το ρόλο της Κίνας», καταλήγει η μελέτη. «Τώρα πια έχουν πιο μετριοπαθείς προσδοκίες και τα επενδυτικά σχέδια αναθεωρούνται προς τα κάτω»…

«Οι πολυεθνικές στην Κίνα έχουν αρχίσει να αισθάνονται πιέσεις σε υποθέσεις μονοπωλίου, διαφθοράς, καθώς και θεμάτων ασφαλείας», επισημαίνει η Σάρα Χσου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, ειδική σε θέματα οικονομικής ανάπτυξης στην Κίνα, άτυπης χρηματοδότησης και του σκιώδους τραπεζικού τομέα.

Τα παραδείγματα διαρκώς πληθαίνουν. «Η κινεζική Επιτροπή Εθνικής Ανάπτυξης και Μεταρρυθμίσεων καθώς και η Κρατική Διοίκηση Βιομηχανίας και Εμπορίου έβαλαν στο στόχαστρο τη Microsoft και την Mercedes-Benz και τώρα φέρονται έτοιμες να μηνύσουν την Audi και την Chrysler για μονοπωλιακές τιμολογήσεις», επισημαίνει η Χσου σε άρθρο της στο περιοδικό «The Diplomat» (που επικεντρώνεται σε θέματα Ασίας-Ειρηνικού).

«Οι πωλήσεις προϊόντων της Apple, της Microsoft και της Symantec απαγορεύτηκαν σε κυβερνητικούς αξιωματούχους. Η KFC και η McDonalds ενεπλάκησαν σε σκάνδαλο με θέματα ασφάλειας τροφίμων, όταν ένας προμηθευτής προέκυψε ότι εφοδίαζε την αγορά με σάπιο κρέας», προσθέτει.

Η λίστα πολυεθνικών που μπαίνουν στο στόχαστρο των κινεζικών αρχών συνεχώς μακραίνει. Μέσα στον τελευταίο χρόνο προστέθηκαν, μεταξύ πολλών άλλων, οι GlaxoSmithKline, Avon και Weatherford International (διαφθορά), οι Mead Johnson Nutrition Co., Danone και Johnson&Johnson (τιμολογήσεις), Fonterra (ασφάλεια τροφίμων) και η Qualcomm (μονοπωλιακή πολιτική).

Τα επαπειλούμενα πρόστιμα είναι βαριά -μπορεί να φθάνουν έως και το 10% των ετήσιων εταιρικών εσόδων. Το αποτέλεσμα, επισημαίνει η Χσου, είναι «οι έρευνες των κινεζικών αρχών να εκλαμβάνονται ως άδικη στοχοποίηση ξένων επιχειρήσεων, στις οποίες παράλληλα παρέχονται ανεπαρκή νομικά μέσα».

Με αυτά και με άλλα, λοιπόν, πολυεθνικές αρχίζουν σταδιακά να «μετακομίζουν» προς άλλες χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, κυρίως στην Ινδονησία (Foxconn, Samsung, Toyota, Tata Motors), στο Βιετνάμ, στις Φιλιππίνες και στην Καμπότζη (κλωστοϋφαντουργία).

Έτσι, «οι άμεσες ξένες επενδύσεις στην Κίνα έφθασαν τον Ιούλιο στο κατώτερο σημείο των τελευταίων δύο ετών, στα 7,8 δισ. δολάρια», καταλήγει η Χσου. «Και η ενίσχυση του ρυθμιστικού πλαισίου της δεν αναμένεται παρά να επιταχύνει αυτή τη διαδικασία».

fortunegreece.com