Δεκαεπτά χρόνια μετά τη μοιραία πτώση του Γιάκοβλεφ 42 στα Πιέρια όρη και δεκατέσσερα χρόνια μετά την τραγική βύθιση του «Εξπρές Σάμινα» στην Πάρο, συγγενείς των θυμάτων ακόμη και εγγόνια παλεύουν με το Ελληνικό Δημόσιο και τη Δικαιοσύνη προκειμένου να πάρουν τις αποζημιώσεις τους.

Το Δημόσιο, μέσω των δικηγόρων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εξαντλεί κάθε νομικό μέσο και κάθε δικαστική βαθμίδα, κατασκευάζοντας ακόμα και νομικά επιχειρήματα τα οποία στην πορεία της δίκης ανασκευάζονται, προκειμένου να καθυστερήσει να καταβάλει τις αποζημιώσεις στους συγγενείς των θυμάτων.

Από την άλλη πλευρά ο μηχανισμός της Δικαιοσύνης, που κινείται κατά κανόνα με ρυθμούς χελώνας, επιτείνει και επαυξάνει την αγωνία και τον πόνο των συγγενών των θυμάτων, καθώς για να τελεσιδικήσουν οι αποφάσεις πρέπει, στην καλύτερη περίπτωση, να παρέλθει μία δεκαετία. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι δίκες συνεχίζονται από τη νέα γενιά των συγγενών, καθώς η πρώτη έχει αποβιώσει χωρίς ποτέ να πιάσει στα χέρια της τη δικαστική απόφαση της δικαίωσης.

Έτσι, στις 17 Δεκεμβρίου 1997 ένα Yakovlev Yak-42 των αερογραμμών «Aerosvit» από την Οδησσό της Ουκρανίας με προορισμό την Θεσσαλονίκη, έχασε την επαφή με τον πύργο ελέγχου του αεροδρομίου «Μακεδονία» ευρισκόμενο σε μικρή απόσταση από τη Θεσσαλονίκη. Κατά τη διαδικασία της δεύτερης προσπάθειας για προσέγγιση, ο πιλότος έχασε τον προσανατολισμό του και το αεροσκάφος συνετρίβη στη δύσβατη δασική περιοχή Ντίτσιος των Πιερίων, σε υψόμετρο 1.200 μέτρων.

Από τη συντριβή του αεροσκάφους έχασαν τη ζωή τους συνολικά 74 άνθρωποι, επιβάτες και πλήρωμα. Στις έρευνες για την ανεύρεση του αεροσκάφους συμμετείχαν 6.000 στρατιώτες, εκατοντάδες εθελοντές, 30 ελικόπτερα και αεροσκάφη.

Ανάμεσα στους επιβάτες ήταν και 42 Έλληνες, πολλοί από τους οποίους κατάγονταν από την Κοζάνη, εργάζονταν σε ελληνική κατασκευαστική εταιρεία στην Ουκρανία και επέστρεφαν στην Ελλάδα για τις γιορτές των Χριστουγέννων.

Το ποινικό μέρος της αεροπορικής τραγωδίας έκλεισε το 2005, όταν ο Άρειος Πάγος απέρριψε τις αιτήσεις αναίρεσης και επικύρωσε την απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης 4 ετών, 4 μηνών και 15 ημερών σε δυο ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας του αεροδρομίου «Μακεδονία» για λάθη και παραλείψεις τους τη μοιραία εκείνη νύκτα.

Ορισμένοι από τους συγγενείς των θυμάτων προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη ζητώντας αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από τον θάνατο των συγγενών τους.

Για ορισμένους από τους συγγενείς η Δικαιοσύνη αποφάνθηκε οριστικά και αμετάκλητα ότι δικαιούνται να λάβουν αποζημίωση, άλλοι όμως αναμένουν ακόμη την έκδοση των αποφάσεων, ενώ για άλλους οι αποφάσεις εκδίδονται μετά από 17 χρόνια.

Έτσι, για τους γονείς και τα δύο αδέλφια ενός από τους επιβάτες του μοιραίου αεροσκάφους το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης επιδίκασε για ψυχική οδύνη χρηματική ικανοποίηση συνολικά 90.873 ευρώ. Συγκεκριμένα, στον πατέρα επιδικάστηκαν 21.306 ευρώ, στη μητέρα 35.980 ευρώ, στον έναν αδελφό 15.326 ευρώ και στον μικρότερο αδελφό 18.261 ευρώ.

Το Δημόσιο, αν και γνώρισε ότι δεν μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά της εφετειακής απόφασης στο ΣτΕ, καθώς το ποσό που έχει επιδικαστεί για κάθε έναν από τους συγγενείς δεν υπερβαίνει το όριο των 40.000 ευρώ, πάνω από το οποίο μπορεί να ασκηθεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης, το έκανε. Δηλαδή άσκησε αναίρεση προκειμένου να κερδίσει χρόνο και να μην καταβάλει τις αποζημιώσεις.

Μάλιστα, κατά το διάστημα που η υπόθεση ήταν εκκρεμής στο ΣτΕ, το Δημόσιο μετέτρεψε τους ισχυρισμούς του, όταν έβλεπε ότι χανόταν η υπόθεση, κάτι που επισημάνθηκε από τους Συμβούλους Επικρατείας στην απορριπτική για το Δημόσιο απόφαση που εξέδωσε.

«Εξπρές Σάμινα»

Στις 26 Σεπτεμβρίου 2000 το πλοίο της γραμμής «Εξπρές Σάμινα» προσάραξε στη βραχονησίδα Πόρτες της Πάρου, λίγο έξω από το λιμάνι. Μέσα σε λίγα λεπτά το πλοίο βυθίστηκε και πήρε μαζί του στον υγρό τάφο 80 ζωές. Ακολούθησαν ποινικές δίκες μέχρι τον Άρειο Πάγο, καθώς και αγωγές αποζημίωσης από τους συγγενείς των ανθρώπων που χάθηκαν.

Και αυτήν τη φορά το ίδιο σενάριο. Άλλοι συγγενείς δικαιώθηκαν και έλαβαν τις αποζημιώσεις, ενώ άλλοι ακόμα παλεύουν στα δικαστήρια. Ένα ανήλικο παιδί (εγγόνι) που έχασε και τον παππού και τη γιαγιά του στο ναυάγιο διεκδίκησε από το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο εφάπαξ αποζημίωση, όπως δικαιούται από τον νόμο.

Η αποζημίωση που προβλέπεται στις περιπτώσεις αυτές είναι 20πλάσια του μισθού του ναύτη επιβατηγού πλοίου, όπως αυτή καθορίζεται από τη σχετική συλλογική σύμβαση εργασίας. Στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με την συλλογική σύμβαση εργασίας των ναυτικών του έτους 2000, η αποζημίωση πρέπει να ανέρχεται περίπου στις 15.000 ευρώ.

Το ΝΑΤ έχει την υποχρέωση καταβολής της σχετικής αποζημίωσης στις περιπτώσεις ναυτικών ατυχημάτων. Και αυτό, γιατί ποσοστό από τα εισιτήρια των επιβατών και των αυτοκινήτων που μεταφέρονται με τα πλοία πηγαίνει στο ΝΑΤ για τον σκοπό αυτό. Παρόλα αυτά τον Δεκέμβριο του 2000 το ΝΑΤ απέρριψε το αίτημα του ανήλικου για καταβολή αποζημίωσης. Από τότε ξεκίνησε η δικαστική περιπέτεια του εγγονού, που ευτυχώς μετά από 14 χρόνια είχε αίσιο τέλος. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε ως παράνομη την αρνητική για τον ανήλικο απόφαση του ΝΑΤ, ενώ επέβαλε εις βάρος του ΝΑΤ δικαστική δαπάνη ύψους 920 ευρώ.