Ποτέ δε θα διατυπωθούν με τυμπανοκρουσίες σε δελτία τύπου.

Ποτέ δε θα ανακοινωθούν μεγαλοστόμως  σε συνεντεύξεις.

Οι πιο σημαντικές ειδήσεις είναι αυτές που δε μαθεύτηκαν.

Μόνο ίσως, αναπαράχθηκαν σαν ιστορία σε κάποιο στενό, μικρό, κοινωνικό κύκλο, κάπου, κάποτε, από ένα γνωστό, γνωστού.

Μια τέτοια ιστορία είναι η παρακάτω. Ανατρεπτική, διδακτική, ελπιδοφόρα και... αφανής. Ό,τι δηλαδή χρειάζεται για να την καταστήσει σημαντική!

Εξαλλου, οι σπουδαίες ιστορίες συμβαίνουν δίπλα μας γιατί τις γράφουμε εμείς.

Η παρακάτω συνέβη στα Χανιά, με επίκεντρο μια άστεγη γυναίκα και «πρωταγωνιστές» μια απλή πολίτη και τρεις δημόσιους υπαλλήλους. Κοινό χαρακτηριστικό, πέρα από το προφανές της ανθρωπιάς; Ότι κανείς δεν τα παράτησε...

Πριν από ένα χρόνο

Όλα άρχισαν πέρσι τον Αύγουστο, όταν η Ελένη Νίκα, φιλόλογος στο επάγγελμα, πηγαίνοντας στη δουλειά της στο κέντρο των Χανίων, άρχισε να βλέπει κάθε μέρα, μια γυναίκα, εμφανώς ταλαιπωρημένη να κάθεται στο παγκάκι του πάρκου Ειρήνης και Φιλίας, απέναντι από το ρολόι του Κήπου.



Την προσέγγισε αρχικά με ένα χυμό πορτοκάλι και η γυναίκα πολύ ευγενικά την ευχαρίστησε. Άρχισαν να μιλούν στα αγγλικά και εκεί έμαθε ότι ήταν από την Αυστρία. Από την επόμενη ημέρα άρχισε να της πηγαίνει  φαγητό.

Ελένη Νίκα: «Η γυναίκα δεν μου ζήτησε ποτέ τίποτα. Δε ζητιάνεψε, ούτε μου είπε ποτέ να της φέρω κάτι. Καθόταν στο παγκάκι της ήρεμη και μου έλεγε απλώς ότι ήταν χαρούμενη. Ήταν σε κακή κατάσταση αλλά δεν μπορούσε να το συνειδητοποιήσει, γιατί δεν ήταν ψυχικά καλά αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήταν απειλή για τους άλλους. Από την πρώτη στιγμή που της μίλησα και την είδα χαμογελαστή, ένοιωθα πως δεν μπορούσα να την αφήσω. Το έβρισκα παράξενο να είναι εδώ, σε αυτή την κατάσταση, προερχόμενη από μια χώρα που δε βρίσκεται σε πόλεμο. Μου είχε "καρφωθεί" στο μυαλό ότι ίσως υπήρχαν κάποιοι συγγενείς που την ψάχνουν και αποδείχτηκε στο τέλος πως έτσι ήταν».

Το πρώτο πράγμα που έκανε η κα. Νίκα ήταν να απευθυνθεί στον Ερυθρό Σταυρό και στους Γιατρούς του Κόσμου. Της είπαν ότι από τη στιγμή που δέχτηκε η γυναίκα το φαγητό, το είχε ανάγκη. Δυστυχώς, όμως δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι ως προς τη στέγη. Έπρεπε τουλάχιστον να την πείσει να πάνε μαζί οικειοθελώς στα γραφεία τους. Όμως η περίπου 60χρονη γυναίκα αρνιόταν  πολύ ευγενικά  «ευχαριστώ, είμαι ευτυχισμένη εδώ».

Η κα. Νίκα συνέχιζε να της δίνει φαγητό κάθε μέρα μέχρι να δει τι θα γίνει με τις αρχές και ποιος θα αναλάβει. Ρώτησε ακόμα και στην εκκλησία. Την είπαν όμως, πως δεν έχουν χώρο φιλοξενίας αστέγων.

Απευθύνθηκε στη συνέχεια στο δήμο προκειμένου να βρεθεί λύση με το δημοτικό γηροκομείο στο οποίο παρέχεται προσωρινά στέγη σε ανθρώπους που βρίσκονται στο δρόμο. Δυστυχώς, ούτε εκεί βρήκε λύση.


Η κα. Ελένη Νίκα

Ελένη Νίκα: «Έψαξα να βγάλω άκρη στο δήμο ο οποίος είναι υπεύθυνος για την προσωρινή φιλοξενία των αστέγων στο δημοτικό γηροκομείο. Έλειπε ο αρμόδιος. Δεν μπορούσα να περιμένω μέχρι να βρω υπεύθυνο, όταν ένας άνθρωπος κοιμόταν στον δρόμο. Δεν ήξερα τι άλλο να κάνω».

Όπου είχε στραφεί μέχρι εκείνη τη στιγμή, δε έβρισκε βοήθεια. Ευρισκόμενη σε αδιέξοδο, σκέφτηκε να αποταθεί σε έναν άνθρωπο που δραστηριοποιείται σε αρκετά θέματα, τον καθηγητή του Πολυτεχνείου Κρήτης, Γιάννη Νικάκη, ο οποίος και πήρε τηλέφωνο αμέσως  τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας Π.Ε. Χανίων, Δημήτρη Νικολακάκη.

Ελένη Νίκα: «Ο κ. Νικολακάκης, έδειξε πολύ μεγάλη ευαισθησία. Μου έλεγαν οι υπάλληλοι εκεί ότι το έχει πάρει πολύ προσωπικά αν και απ’ ό,τι έμαθα δεν ήταν αρμοδιότητα τυπικά του ίδιου αλλά του δήμου. Όμως και οι κοινωνικοί λειτουργοί της Διεύθυνσης Υγείας αμέσως άρχισαν να πηγαίνουν στο παγκάκι, να μιλούν στη γυναίκα ζητώντας της να τους αφήσει να τη βοηθήσουν. Κάθε μέρα μιλούσα με τις κοινωνικές λειτουργούς».

Δημήτρης Νικολακάκης: «Με πήρε ο κ. Νικάκης και μου είπε ότι μια γνωστή του φιλόλογος, ταΐζει μια άστεγη. Πήρα με τη σειρά μου τις υπηρεσίες του δήμου, μου είπαν ότι δε συνεργάζεται η άστεγη και γι’ αυτό δεν μπορούν να κάνουν κάτι άλλο. Ανέθεσα  λοιπόν, την υπόθεση στην κοινωνική λειτουργό της Διεύθυνσης Υγείας, Δήμητρα Κουμαντάκη, η οποία πραγματικά έσκυψε στην υπόθεση πρώτα σαν άνθρωπος.»


Ο προϊσταμενος Δ/νσης Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας Π.Ε. Χανίων, Δημήτρης Νικολακάκης

Δήμητρα Κουμαντάκη: «Μόλις ενημερωθήκαμε για την άστεγη, αμέσως την ίδια μέρα, πήγαμε εγώ μαζί με μια άλλη εκπαιδευόμενη κοινωνική λειτουργό, την προσεγγίσαμε, τη γνωρίσαμε της μιλήσαμε, της ζητήσαμε να μας αφήσει να τη βοηθήσουμε. Εκείνη δεν συναισθανόταν την κατάστασή της. Μας έλεγε “ευχαριστώ πολύ, δε χρειάζομαι τίποτα”.

Ενημέρωσα το προξενείο, ενημέρωσα την πρεσβεία της Αυστρίας, ενημέρωσα το δημοτικό γηροκομείο Χανίων ότι έχουμε έναν άστεγο, την κοινωνική υπηρεσία του δήμου. Ενημερώσαμε τον εισαγγελέα πρωτοδικών και έδωσε εντολή την επόμενη ημέρα, χωρίς να χρειαστεί  ψυχιατρική εκτίμηση. Μας διευκόλυνε ο εισαγγελέας και μας βοήθησε πάρα πολύ, δείχνοντας μεγάλη ευελιξία και ευαισθησία.

Την επόμενη ημέρα παρουσία της αστυνομίας μεταφέρθηκε στην ψυχιατρική κλινική του νοσοκομείου. Η γυναίκα ήταν πολύ συνεργάσιμη. Μετά όμως, από μια εβδομάδα θα έπαιρνε εξιτήριο. Δεν μπορούσαμε να την αφήσουμε στο δρόμο. Συνεργαστήκαμε με την κα. Κακανάτσα, που ήταν τότε κοινωνική λειτουργός στο γηροκομείο στο οποίο φιλοξενήθηκε μετά η άστεγη γυναίκα.

Από τους άλλους φορείς που είχαμε επικοινωνήσει δεν έγινε τίποτα γιατί θεωρούσαν ότι έχει «κλείσει» σαν περίπτωση από τη στιγμή που η άστεγη γυναίκα δεν συνεργαζόταν σαν άνθρωπος.»



Η κοινωνική λειτουργός της Δ/νσης Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας Π.Ε. Χανίων, Δήμητρα Κουμαντάκη

Η  φιλοξενία της όμως στο δημοτικό γηροκομείο θα ήταν προσωρινή. Έτσι, όπως μας ανέφερε η κα. Νίκα άρχισε ένας αγώνας δρόμου για να βρεθεί λύση πριν περάσει το χρονικό διάστημα φιλοξενίας και ξαναβγεί πάλι στο δρόμο.

Ελένη Νίκα: «Τότε στο δημοτικό γηροκομείο υπήρχε μια κοινωνική λειτουργός η κα Κακανάτσα, η οποία βοήθησε πολύ και με την οποία η γυναίκα ένοιωθε ασφάλεια. Όταν για ένα διάστημα έφυγε με άδεια η κοινωνική λειτουργός, η γυναίκα άρχισε να έχει φοβίες και έφυγε από το γηροκομείο κρυφά. Άρχισαν να την ψάχνουν όλοι. Μάλιστα η κα. Κακανάτσα κινητοποίησε όλους τους φίλους και τους γνωστούς για να τη βρουν. Την εντόπισαν στην πλατεία 1866 σε κάποιο παγκάκι. Πριν φύγει από το γηροκομείο η κ. Κανακάτσα είχε βρει στα πράγματά της ένα μπλοκ με τηλέφωνα και άρχισε να καλεί στην Αυστρία. Ένα από τα τηλέφωνα ήταν της αδερφής της. Την έψαχναν οι δικοί της και δεν ήξεραν πού είναι!»

Οι συγγενείς ήρθαν από την Αυστρία, έτυχε όμως να είναι εκείνες τις ημέρες που είχε φύγει κρυφά από το γηροκομείο η αδερφή τους. Οι συγγενείς αναγκάστηκαν να φύγουν καθώς δεν μπορούσαν να μείνουν πάνω από μια εβδομάδα λόγω δουλειάς.  Όταν όμως βρέθηκε η αδερφή τους στην πλατεία 1866 ενημερώθηκαν και δρομολόγησαν διαδικασίες για τη μεταφορά της στο Ηράκλειο σε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική προκειμένου να τη σταθεροποιήσουν ιατρικά. Προσέλαβαν και ένα δικηγόρο ο οποίος παρακολουθούσε την υπόθεση γιατί η γυναίκα δεν ήταν συνεργάσιμη στο να επιστρέψει στην Αυστρία.

Ελένη Νίκα: «Έλεγε ότι ήθελε να μείνει εδώ. Πάλι στο δρόμο όμως, θα κατέληγε. Πήγαινα τότε και την έβλεπα στο Ηράκλειο. Κάποια στιγμή σταθεροποιήθηκε η κατάστασή της στην κλινική και ζήτησε από μόνη της να γυρίσει στην πατρίδα της! Στις 15 Αυγούστου ήρθε η αδερφή της και την πήρε. Τώρα είναι με την οικογένειά της στην Αυστρία. Με πήρε προχθές τηλέφωνο γιατί διατηρούμε επικοινωνία και είναι πολύ καλά. Είχαν και στο παρελθόν έρθει οι συγγενείς της να την πάρουν όμως εκείνη έφευγε στο αεροδρόμιο. Δεν μπορούσαν οι άνθρωποι να την πάρουν με το ζόρι και τότε δεν ήταν στην άθλια κατάσταση που τη βρήκαμε εμείς.

Εκ των υστέρων, μάθαμε ότι είχε σπίτι στο Κολυμπάρι αλλά το είχε εγκαταλείψει και ζούσε εδώ και κάποια χρόνια, σε άθλια κατάσταση. Με κάποιο τρόπο έφτασε στα Χανιά. Είχε κόψει την επαφή με τις δυο της αδερφές που έμεναν στην Αυστρία. Η ίδια είχε αποφασίσει να μείνει στα Χανιά και δεν επικοινωνούσε μαζί τους γιατί δεν τους άφηνε να τη βοηθήσουν επειδή δεν ήταν ψυχικά καλά. Έτσι κατέληξε στο δρόμο. Οι δικοί της δεν είχαν καν τηλέφωνό της. Μάλιστα, όπως αποδείχτηκε κατόπιν εορτής, η οικογένειά της ήταν επιφανής και οικονομικά εύρωστη στην Αυστρία».



Πώς όμως δεν τα παρατά ένας απλός πολίτης ο οποίος συναντά από την αρχή σκοπέλους από την πλευρά των φορέων με δεδομένο συν τοις άλλοις, ότι ο άνθρωπος που θέλει να βοηθήσει δε συνεργάζεται καθώς δεν έχει επίγνωση της κατάστασής του;

Ελένη Νίκα: «Δεν μπορούσα να σταματήσω. Είχα χάσει τον ύπνο μου. Όλα τα άλλα είχαν μπει σε δεύτερη μοίρα. Το μυαλό μου ήταν εκεί, στον άνθρωπο που είχε ανάγκη. Έπαιρνα τα παιδιά μου από το σχολείο και έλεγα “ελάτε, είναι ώρα να πάμε φαγητό στην κυρία”. Δε γινόταν να την αφήσω χωρίς φαγητό. Έπρεπε λοιπόν να δω πώς δεν θα την αφήσω και χωρίς στέγη. Η ίδια ήταν σε κακή κατάσταση δεν ήταν όμως σε ψυχική θέση να το γνωρίζει.

Δεν θα μπορούσα να είχα κάνει τίποτα αν δεν είχα βρει ανθρώπους σε θέσεις να δράσουν και να κάνουν το κάτι παραπάνω. Δε θα γινόταν τίποτα, αν δεν έπιανε το γαϊτανάκι ο κ. Νικάκης και από εκεί ο κ. Νικολακάκης και μετά οι κοινωνικές λειτουργοί της διεύθυνσης υγείας και του γηροκομείου, που θα μπορούσαν κιόλας όλοι αυτοί να μου πουν ότι δεν είναι αρμοδιότητά τους. Θα πρέπει οι υπηρεσίες να επιμένουν. Όχι περνάω, ρωτάω αν χρειάζεσαι κάτι, μου λες όχι και φεύγω. Όσοι είναι στην αντίστοιχη θέση και υπηρεσία πρέπει να εξαντλούν όλα τα περιθώρια εξεύρεσης λύσης.
»

Και πώς όταν φορείς και υπηρεσίες δηλώνουν αναρμόδιοι ή αδυναμία, κάποιοι δεν σταματούν στα σύνορα των τυπικά αμιγών αρμοδιοτήτων τους;

Δημήτρης Νικολακάκης: «Κάθε πρόβλημα που έρχεται ο πολίτης και το λέει σε οποιαδήποτε υπηρεσία, πρέπει να το αντιμετωπίζει ο δημόσιος υπάλληλος σα να είναι δικό του πρόβλημα, του πατέρα του, του αδερφού του, της γυναίκας του. Όταν έρθει ο γνωστός μας σε μια υπηρεσία, δεν θα κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας για να τον βοηθήσουμε, άσχετα αν είναι δικιά μας αρμοδιότητα; Θα πάρουμε 10 τηλέφωνα να δούμε πώς μπορούμε να τον εξυπηρετήσουμε. ‘Ετσι πρέπει να γίνεται πάντα

Δήμητρα Κουμαντάκη: «Θέλουμε την ευαισθησία των πολιτών να αναφέρουν τέτοια περιστατικά και να μην είμαστε αδιάφοροι σε αυτό που συμβαίνει δίπλα μας. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχουν αρμόδιοι και αναρμόδιοι. Όλοι είμαστε εμπλεκόμενοι φορείς