Το κείμενο αυτό αποτελεί το περιεχόμενο μιας εισήγησης για την ποίηση του Γιώργου Φαλελάκη, που παρουσιάστηκε την ημέρα της ποίησης στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων το Μάρτιο του 2011. Τότε η Περιφερειακή Ενότητα Χανίων και ο τοπικός Σύνδεσμος Φιλολόγων είχαν δεσμευθεί ότι οι εισηγήσεις θα εκδοθούν σε χωριστό τόμο και γι’ αυτό και δεν δημοσιεύτηκε το κείμενο έως τώρα. Τρία χρόνια μετά το δίνουμε στη δημοσιότητα λίγο παραλλαγμένο, με αφορμή την εκδήλωση τιμής στο Γ. Φαλελάκη, που διοργανώνεται στην πόλη μας από το Κοινωνικό Στέκι.

“Όσο μεγαλώνω βλέπω ότι τα καλύτερα βιβλία έχουν γραφτεί από συγγραφείς που έχουν πεθάνει... Είναι φορές που σκέφτομαι ότι είμαι ενδεχομένως νεκρός και προσπαθώ με τη λογοτεχνία να φέρω πίσω στη ζωή το πτώμα που κουβαλάω μέσα μου. Η λογοτεχνία μού είναι απαραίτητη σαν φάρμακο, που δίνεται με το κουταλάκι ή με τη μορφή ενέσεων ορισμένων προδιαγραφών...” Τα λόγια ανήκουν στον Ορχάν Παμούκ , έναν Τούρκο λογοτέχνη και νομπελίστα, είναι όμως ενδεικτικά της χρονικής εμβέλειας της λογοτεχνικής γραφής και της καθαρτικής της δύναμης. Εξηγούν γιατί είναι ενδιαφέρουσα, απολαυστική, σαγηνευτική όμως και καθαρτική η ανάγνωση της ποίησης.
Μια τέτοια ανάγνωση επιχειρούμε με τη βιωματική καταγραφή των σκέψεων , των εμπειριών , και των αγωνιών του Γιώργου Φαλελάκη, ενός αισθαντικού ποιητή, άλλοτε βουτηγμένου στο πάθος, άλλοτε εμπνευσμένου από τον ερωτικό πόθο, συχνά προβληματισμένου από την οδυνηρή πραγματικότητα που βιώνει και σκιαγραφεί ∙ σε κάθε περίπτωση όμως ικανού να την αναπλάσει, να την αναπαραστήσει μπροστά στα μάτια μας με τη δύναμη της πένας και του πόνου, του λόγου και του ονείρου, του ρεαλισμού και της υπερρεαλιστικής υπέρβασης.
Στα ποιήματά του ξετυλίγεται ένας κόσμος οδύνης και αγωνίας, σαν μουσική υπόκρουση άλλοτε βγαίνουν κραυγές και άλλοτε αρμονικές μουσικές φράσεις της φύσης, σε ένα σκηνικό ρευστό και μεταβαλλόμενο επίσης, ενδεικτικό της εναλλαγής των ιδεών και των προσλήψεων, των οραμάτων και των διαθέσεων.

“Πρόλαβα του φεγγαριού τη χάση ρακένδυτος
Ο πόνος μ’ έσπρωξε στην παράνοια των εικόνων
Έβλεπα λεωφόρους μπροστά στο βλέμμα σου.
Η απορία σου εύλογη και ο καϋμός σου
Μια έκφραση οίκτου στα μισόκλειστα χείλη σου
Τα γκάζι με μεθούσε
Ήταν ναι η στροφή που δεν μ’ έβαζε πλέον
Μπαταριμένος στο 217 β’ χειρουργικό
Χωρίς τη σπλήνα και το συκότι
Σακατεμένος
Με την νυκτική μου καθυστέρηση δεδομένη”
Καταιγιστικές και ανεξίτηλες οι νοσοκομειακές εμπειρίες , τα βιώματα του εγκλεισμού και της απώθησης στο κοινωνικό περιθώριο ανθρώπων που η μοίρα τους έπαιξε “πικρόχολα αστεία”
Είπαμε: « φτάνει, όχι άλλη ένεση»
Φτηνά τεχνάσματα πολύχρωμης φαντασίας.
Το τέλος πλησιάζει , δέξου το» .
Οι ενέσεις, τα φαρμακευτικά σκευάσματα της παράτασης του μαρτυρίου, συνδέονται με τους σπασμούς και τις άλλες εκδηλώσεις της αρρώστιας:
“Κύλησαν πέτρες πάνω στο σπασμό
Η λύπηση κάλυψε το θέαμα
Ήρθαν μυρμήγκια να μαζέψουν ψίχουλα κραυγής
Κάποτε πέθανα χωρίς έξοδο
Σπατάλησα τις φλέβες μου
Σε χημείας σκευάσματα»
Ψυχοπάθεια , σκοτοδίνη και ίλιγγος , η αίσθηση του χάους , καθώς η “ώρα παγώνει και ο χρόνος σβήνει” , όταν τις νύχτες καθυστερούν να φανούν και αυτά τα φαντάσματα .” Τολμηρός και διαυγής ο λόγος του κάποιες φορές γίνεται πραγματικά σοκαριστικός :
«Χρόνια κουβαλώ την ψυχοπάθειά μου
Τη χαρίζω στους γιατρούς.
Εγώ κρατάω τα’ αστέρια
Που τρεμοσβήνουν στις αισθήσεις μου
Και το φεγγάρι
Να σέρνεται σ’ ανώγεια του μυαλού μου
Κορμί ψυχή και μοναξιά.
Όποιος αντέξει.»

«Ιmitation συνειδήσεις και πτύελα
Rectifier εγκεφάλου και παράνοια
Φτάσαμε στα άκρα.
Λοβοτομές,
Ηλεκτροσόκ και γάγραινα.»
Ασφυκτική η αίσθηση του εγκλεισμού , συμβολοποιημένη στα κλειδιά στα λουκέτα στις πόρτες, σκιαγραφημένη στα λευκά φώτα και στα λευκά κελιά , στις φυλακές της απονιάς και στα κρεματώρια . Οι ταράτσες των γκρίζων κτιρίων δίνουν τα όρια της οπτικής εικόνας του έγκλειστου “εκεί όπου το βλέμμα αγγίζει τα όρια της ψυχοπάθειας” . Ο ίδιος ο ποιητής μορμουρίζει:
Σε φοβάμαι γιατί είσαι έγκλειστος
Υποφέρω
Εσύ ‘εχεις τα κλειδιά του κελιού μου.
Και τα λουκέτα στις πόρτες
Αρχίζουν να σκουριάζουν επικίνδυνα
Σε περιμένω λίγο πριν ξημερώσει
Λίγο πριν ξεριζώσω την τρέλα από τα μάτια μου.
Οι ανθρώπινες φιγούρες γύρω του σκιαγραφούνται δεν φωτογραφίζονται ούτε εστιάζει ο φακός του με επιμονή στα χαρακτηριστικά τους. Έχουν όμως τη θέση τους διαφορετικές “φυσιογνωμίες”. Διακρίνει ο αναγνώστης «αλλοιωμένους γέροντες να σιγομουρμουρίζουν για νιάτα χαμένα και ώρες βουβές» .
Συχνές οι κραυγές στην ποιητική ατμόσφαιρα ανθρώπων που βίωσαν συνθήκες σκληρές εγκλεισμού και απομόνωσης, αλλά και στην καλλιτεχνική έκφραση δημιουργών, που έζησαν σε εποχές μεγάλων δοκιμασιών όχι απαραίτητα σε προσωπικό αλλά και σε συλλογικό επίπεδο. Δεν αποδίδουν πάντοτε οι κραυγές ακουστικές εικόνες, καθώς μπορεί να “μαγκώνουν τις φωνητικές χορδές” , ενώ άλλοτε αποδίδονται σαν σε εξπρεσιονιστικό πίνακα: “κουβαλούσε ένα πρόωρο ουρλιαχτό μαζί του, το πρόλαβε με δόντια κλειστά και στόμα ερμητικά κλειστό”. Τότε οι κραυγές γίνονται πιο βασανιστικές όχι μόνο για κείνον στον οποίο αποδίδονται , αλλά και για τον ίδιο τον αναγνώστη, που μοιάζει να τις ακούει υπόκωφα.
Όμως δεν χάνουν το μήνυμα της διαμαρτυρίας που κουβαλούν, αφού «κάτι παλιά σπαρματσέτα λαμπυρίζουν παρέα με τις κραυγές μας».
Το αίμα σύμβολο πάθους και βασανισμού συνδέεται στενά με τα βιώματα της νοσοκομειακής θητείας και του εγκλεισμού. Τα “κόκκινα αίματα ενός ναρκομανή”, «οι ρόδες που λασπώνουν με αίματα” , τα φίμωτρα και τα ασύλληπτα αίματα, τραγικοποιούν την αφήγηση ή αποδίδουν εικόνες συχνά αποτροπιαστικές που αναδύονται από τους στίχους μιας ποίησης βαθιά σημαδεμένης από την απειλή του εύθραυστου του ανθρώπινου σώματος. «Αίματα ζωγραφίζουν τους τοίχους της απομόνωσής μου» Και καθώς το αίμα πλησιάζει τον αφηγητή, ο ίδιος “αιμορραγεί” ή “ γυρίζει με τις πλάτες ματωμένες
Καθώς τα νύχια σου
Όλη τη νύχτα μου όργωναν τη σάρκα” ...
Και τότε παρουσιάζονται σαν σε οπτασία και οι σκιές:
Ο ρόλος του φωτός είναι στενά συνυφασμένος με την απεικόνιση των σκιών στην ποίηση, άλλοτε ευεργετικός , κάνουν παρέα στη μοναξιά του δημιουργού , άλλοτε απολιθώματα κακών αναμνήσεων, πετρωμένων στον τοίχο. Παρούσες συχνά με τρόπο ιδιότυπο: “ είναι κάτι σκιές που χορεύουν ζεμπέκικο στις πληγές του κορμιού μου» , υποκινούν την αναζήτηση κάποιας εστίας φωτός , που όμως τείνει στην παραμόρφωση .
Αγαπημένη πηγή φωτισμού για τους ποιητές η σελήνη, στενά σχετιζόμενη με τον έρωτα, τις ορμές και τις φωτιές του στα ποιήματα του Γ. Φ. Πηχτό ή ματωμένο , χλωμό , γαλάζιο, μαγικό το φεγγάρι ζεσταίνει την “παγωνιά της ψυχής του ποιητή” , αποτυπώνει την παθολογία του ψυχισμού του, “Η ψύχωση και το φεγγάρι γυμνό απόψε” κι' άλλοτε πάλι προκαλεί την έμπνευση , τονίζει την περιοδικότητα των φυσικών φαινομένων όπως η πανσέληνος , δίνει δύναμη για υποσχέσεις, που αργότερα έχουν τις συνέπειές τους.
“Ποτέ δεν θα προδώσουμε το φεγγάρι
Δεν θα τα’ απαρνηθούμε
Κόβοντας το φέτες για σπαρματσέτο
Θα ξαπλώνουμε κάτω απ’ το φως του
Γεμάτοι αισιοδοξία”
Αν και εύκολα ο αναγνώστης φαντάζεται πολλά από τα βιώματα που περιγράφονται σαν “αργό θάνατο” , στοιχείο που ομολογείται και από τον ποιητή, όμως δεν είναι τόσο εφιαλτική η παρουσία και η επικάλυψή του. Περισσότερο εκφράζει την ανομολόγητη, τη φευγαλέα αγωνία “άρπαξα τη σιωπή μου να μιλάει στο θάνατο” και την ενδιάθετη άρνηση “άνομα θνητός... η θνήση με προκαλεί και εγώ πισωπατώ” . Σουρρεαλιστικές εικόνες υπενθυμίζουν την παρουσία του θανάτου «τη λαλιά των νεκρών καρφίτσωσες στο πέτο σου» , ενώ άλλοτε όλη η καθημερινή προσωπική εμπειρία συμπυκνώνεται σε ένα « στρατόπεδο με τις νεκρές φιγούρες» .
Σύμβολα φυγής και εσωτερικής ανάγκης για ταξίδια τα τρένα και τα καράβια κινητοποιούν την ποιητική φαντασία στην ανάπλαση εικόνων και προσδοκιών, αποτυπώνουν διαφορετικές αναζητήσεις και πικρές διαπιστώσεις. Άλλοτε «τα τρένα φεύγουν αμετάκλητα και άδεια», άλλοτε επιχειρούν “Ανώφελα ταξίδια σε τόπους αναμονής” , ενώ τα «καράβια ναυαγισμένα στα βάθη της απόγνωσής” υπόσχονται …. «καλά ταξίδια» στον ποιητή , που φαίνεται στις πιο ακριβές στιγμές του “Χαμένος στο ταξίδι της αγάπης”.
Διαρκής η παρουσία της αισιόδοξης νότας ,που δεν τολμά πάντοτε να δηλώνεται με παρρησία, όμως υπολανθάνει συχνά στο λόγο του ποιητή ο οποίος περιμένει ελπίζοντας, καθώς διαπιστώνει πως είναι αργά για αναιρέσεις.
Ασαφής ο προσδιορισμός του χρόνου στην ποίηση του Γ.Φ., ρευστός, μεταβλητός όσο και η ψυχοσυναισθηματική διάθεση του ποιητικού υποκειμένου.
Ιδιαίτερη βαρύτητα, ωστόσο, στη βίωση του κατέχει η εναλλαγή των εποχών. Οι εποχές αποδίδονται με εικόνες και σύμβολα: άνοιξη – πουλιά, λουλούδια κι' έρωτας , καλοκαίρι – τζιτζίκια, φθινόπωρο πεσμένα φύλλα, χειμώνας με λαμπιόνια κι’ έλατα
Σε αντιδιαστολή βρίσκεται η μελαγχολική πρόσληψη των ανατροπών :
«εκεί που η άνοιξη έρχεται με ψόφια χελιδόνια,
Και τα καλοκαίρια με βουρκωμένα μάτια.
Εκεί που του φθινοπώρου
τα φύλλα είναι πεσμένα προ πολλού,
και ο Χειμώνας άνυδρος.»
Άδεια και σκληρά χρώματα στου χρόνου τα πινέλα . Η υπαρξιακή αγωνία αποτυπώνεται στη ροή του χρόνου: «Η ώρα μετρά νεκρούς και πεθαμένους» και η προσωπική βιωματικότητα αποκαλύπτει τις μοναχικές εμπειρίες του εγκλεισμού και των μαρτυρίων του. “Εκεί που η νύχτα αρχίζει στις 6 και τελειώνει στις 9.30”, εκεί οι ώρες αργοκυλούν πίσω από το παγωμένο κορμί , «ώρες βουβές».
Πρόσωπα – σύμβολα παρουσιάζονται αντλημένα από την ελληνική αρχαιότητα και τις ομηρικές αφηγήσεις ο Αχιλλέας, η Πηνελόπη, αλλά συχνότερα ο Οδυσσέας, άλλοτε “δέσμιος στην Ιθάκη του , για αποτοξίνωση” και άλλοτε μικρός και αδύναμος για το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής , γιατί “το στίγμα της Ιθάκης ήταν στο χάρτη αόρατο κι η σύγχυση μεγάλη από την καταχνιά, τα αρώματα, τις σειρήνες...” .
Με λυρική διάθεση αποτυπώνεται η φυσική πραγματικότητα είναι για κάθε συγγραφέα μια πρόφαση για ονειροπόλημα, κατά τον Ζ.Π.Σαρτρ και συχνά η φυγή αυτή στο όνειρο γίνεται αδήριτη ανάγκη , “μονόδρομος” χαρακτηρίζεται από το Γ.Φ. , αλλά και υποκατάστατο ψυχότροπων ουσιών.
Το όχημα για το ονειρικό ταξίδι είναι συνήθως τα μάτια:
“Με τη φυγή των ματιών σου προς το άπειρο
Ονειρεύομαι
Με τον παλμό της καρδιάς σου
Ερωτεύομαι”
Τότε ή άλλοτε «τα μάτια αποτελούν το πιο ορατό όργανο του ανθρώπου, που απεικονίζει τον ψυχικό του κόσμο και προσφέρει αστείρευτη δύναμη σε όσους μπορούν να την “εισπράξουν”. Όταν ο δημιουργός αναφέρεται στα “μάτια της ψυχής του” με ή χωρίς την “τρέλα γαντζωμένη σε αυτά” δεν μπορεί παρά συνειρμικά να μας παραπέμψει στο σολωμικό “πάντα ανοιχτά πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου”. Σε κάθε περίπτωση είναι “ατέρμονα ενόρασης μάτια διαίσθησης” , μιας διαίσθησης που δίνει το νήμα της επικοινωνίας με τον νοούμενο ερωτικό σύντροφο:
“Μέτρησα τις αντοχές μου
μέσα από τις διεσταλμένες κόρες των ματιών σου
Τα μάτια σου όλο νόημα
Συνέχισα να δίνω την ψυχή μου”

Κυρίως ερωτική η ποίηση του Γιώργου Φαλελάκη, ξεκινά από την παραδοχή ότι :
«Οι άνθρωποι αγαπούν/ όταν αγαπιούνται» , για να περάσει στο κάλεσμα :
«απόψε σε θέλω κοντά μου/ Θέλω να μυρίσω τα χνώτα σου./ Να χαρώ τις ορμές σου./
Σ’ αγαπώ».
Ρομαντικές ανακλήσεις στιγμών προσωπικής ολοκλήρωσης αποδίδονται σε λιτούς στίχους αισθαντικής ομολογίας:
«Ήσουν όμορφη απόψε ,/ δινόσουν και σ’ άρεσε / Σε ποθώ
σε μια λάμψη κι’ έναν έρωτα ακούραστο./ Σ’ αγαπώ.

Ήταν σύντομες οι απολαύσεις
Στο δέσιμο των κορμιών μας
Ήταν φουρτούνα και παγωνιά,
Στο τέλος ένα δάκρυ πάντα κυλούσε.
Θεέ μου τι υγρασία τα πρωινά
Που ξεμακραίνω από την αγκαλιά σου!
Σ' ευχαριστώ για το πουλόβερ
Σ' αγαπώ»

Τραγικό βίωμα η σκληρή πραγματικότητα του βασανιστικού μακρού χρόνου:
«Το καλοκαίρι έφυγε
Τα πουλιά έφυγαν
και εσύ έφυγες
Έμεινε μόνο
η ομορφιά σου
και τα’ άρωμά σου
Έμεινε η παρουσία
Της μορφής σου.
Έμεινες το απολιθωμένο όνειρο.
Σε περιμένω
και γω μία απολιθωμένη ανάμνηση».

Λόγια άραγε αισθημάτων ή λογικής, αισθήσεων ή παραλογισμού;;
Ο Ζ.Π.Σαρτρ έγραφε πως “λογοτεχνία δεν είναι παρά η μάσκα της τρέλας ... δεν είναι παρά μια στιγμή της ιστορίας , μια ιστορική στιγμή που με τις αποκαλύψεις της στέλνει δια μιας μια συνεχή διδαχή στον αιώνιο άνθρωπο” . Αυτή η αιωνιότητα και η διαχρονικότητα της τέχνης πιστοποιείται στο στίχο του Γ.Φαλελάκη “κουράγιο οι τέχνες γρηγορούν” Όταν ο ίδιος αναζητά τις πηγές της ποιητικής του έμπνευσης και δημιουργίας λέει : “ τραγουδώ , είναι κάτι που φεύγει από μέσα μου”, άλλοτε πάλι παρουσιάζει την ποιητική του γραφή σαν καταφύγιο “δέσαμε τη μελαγχολία μας
στα απάγκια της ποίησης,
μας συγκαλύπτει απόλυτα”
Γνωρίζει τον καθαρτικό ρόλο της τέχνης : «εκεί που οι ποιητές λυτρωθήκαν με το στίχο τους” , αλλά τον αμφισβητεί ενώ άλλοτε μονολογεί με αισθήματα απελπισίας : “λιγοστεύουν τα αποθέματα της έκφρασης”.
Αν και τραγικά ρεαλιστική η ομολογία της ασθένειας και των συναφών βιωμάτων αποδίδεται με πινέλα έντονα σουρρεαλιστικά συχνότατα, καθώς καταγράφονται ονειρικές επισκέψεις στις παραλίες, «μάζεψα κάποια άμμο. Από παραλίες που κολυμπούσε το μυαλό μου
Κοχύλια και αχινούς” , μοναδικές παιδιάστικες συλλήψεις κινηματογραφικών σκηνών “Το βράδυ στους έξω δρόμους έβρεχε καραμελίτσες σε χρυσαφί περιτυλίγματα”, εγχειρήματα ηρωικά και άλογα : “Δευτέρα του μαγιού, συννεφιά αλόγων
Ξερίζωσα μια ματιά ουρανού παράμερα
Ακολουθώ πορεία αντιστρεπτή ανώφελα”.
Ηχηρή η σιωπή , όπως στους στίχους του Γιάννη Ρίτσου, αυτοαναιρούμενη η γραφή στα όρια του παραλόγου : “ανώφελα ταξίδια σε τόπους αναμονής “ . Συχνά δίνει την αίσθηση της “αυτόματης γραφής” των μοντέρνων ποιητών όταν γράφει :
«αρνείσαι το τέλος
Αράχνες
Αυτό πλησιάζει
Σε παίρνει μαζί του
Σίδερα
Το καμπανάκι».
Συγγενής με τον υπερρεαλισμό η διέγερση αισθήσεων : «γεύομαι , αργοκυλώ με τα φιλιά μου πάνω σου» και η χρωματική απόδοση των αισθημάτων : “Εμπριμέ καταστάσεις ασυδοσίας” . Χρωματισμοί των ψυχών … , Άδεια και σκληρά χρώματα στου χρόνου τα πινέλα, “αλώσιμα γκρι” , “ το πράσινο σβήνει, το κόκκινο ρέει”.
Η γλώσσα είναι ο καθρέφτης του κόσμου του ποιητή. Καθεμιά από αυτές συνιστά ένα “μικρόκοσμο” , γι αυτό διατηρούν την αυτονομία και την αυτοτέλειά τους είτε είναι λέξεις καθημερινές , αντιποιητικές, δανεισμένες από ποικίλα ειδικά λεξιλόγια χειρωνακτικών απασχολήσεων είτε είναι ευρηματικές και επιλεγμένες από τη λόγια προσέγγιση της γραφής. Τεχνάσματα και λογοπαίγνια αποδίδουν εντυπωσιακές γραφές ατά περίπτωση: «Μια ματιά όνειρο οι αποστάσεις σου. Μια απόσταση ονείρου η ματιά σου»

Τα περισσότερο χρησιμοποιούμενα εκφραστικά μέσα είναι οι εικόνες, συχνότερα οπτικές αλλά όχι μόνο. Επαναλαμβανόμενο το μοτίβο της ανθισμένης μυγδαλιάς στα τέλη του Γενάρη, σύμβολο του έρωτα , που ευδοκιμεί σε κάθε είδους σκηνικό της φύσης ή της πόλης, στο παγκάκι, στο χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα με τα λαμπιόνια , στα αστέρια και στις πέτρες της φαντασίας μας, στο όμορφο λιβάδι ή τα όνειρα .

Χαρακτηριστική η εικόνα του ορίζοντα:

«δύο σύννεφα έριχναν βροχή
σ’ ένα παράλληλο ουρανό
κάπου στο βάθος του ορίζοντα
ήταν γερμένος ο ήλιος».

Οι οπτικές διαπλέκονται με τις εικόνες που διεγείρουν τις άλλες αισθήσεις:

“Βλέπω δυο φωτισμένα παράθυρα
Να σπάνε τη μαυρίλα της νύχτας
Ακούω τα σκυλιά να γαυγίζουν
να ερωτοτροπούν στα σοκάκια
Ακούω τον αγέρα να στριγγλίζει
Τονίζοντας τον ψίθυρο της νύχτας
Γεύομαι την πίκρα της μοναξιάς μου” .

Το α' πρόσωπο χρησιμοποιείται σε στίχους ερωτικούς ή αυτοπροσδιοριστικούς, σε βιώματα, αναμνήσεις και ομολογίες, που μερικές φορές αποτυπώνουν το εσωτερικό κενό και το αντικειμενικό αδιέξοδο: είμαι μικρός και τόσο άδειος , υπάρχουν καθρέφτες που μου θυμίζουν την πτώση , εγώ δεν μπόρεσα ν’ ανοίξω παράθυρο στην ελπίδα ούτε κι’ άντεξα να αφήσω το αίμα μου να ποτίσει το όραμα.

Όμως οι ήρωες και τα οράματα ενυπάρχουν στη σκέψη και στο στίχο:
“Θα 'θελα να 'μουνα
Τσε Γκεβάρα, Μαρξ, Μέγας Αλέξανδρος, Τσέκινς Χαν,Μπομπ Ντύλαν, Χάρις Αλεξίου,Σωτήρης Πέτρουλας , Κωνσταντοπούλου
μια μολότωφ στο πρόσωπο ενός μπάτσου....
μια αρτηρία στην καρδιά σου
μια προοπτική στα όνειρά σου....
η μετάληψη στο στόμα ενός λεπρού
το άχνισμα του καφέ στο στόμα ενός ψυχοπαθή».

Στο β πρόσωπο συχνά απευθύνεται στον κόσμο: «σε μισώ κόσμε που κρύβεις σίδερα. Μου μπαίνουν χιαστί». Συχνότερα όμως το πρόσωπο αυτό έχει ερωτικό αποδέκτη: «αχ καρδούλα που δε σ’ αγγίζω.
σε ποθώ» , σ’ ακολουθώ, «θέλω να μυρίσω τα χνώτα σου/ να χαρώ τις ορμές σου/ σ’ αγαπώ» . Η φράση αυτή συχνά επαναλαμβανόμενη αποτελεί την καταληκτική φράση πολλών ποιημάτων.
Πέρα από το εγώ και από το εσύ , η ψυχική νόσος και ο εγκλεισμός δημιουργούν και την αφετηρία όπου το ατομικό βίωμα αντικατοπτρίζεται σαν συλλογικό, όπου στερεώνονται οι σχέσεις ομαδικότητας και αμοιβαιότητας, όπου απεικονίζονται οι δράσεις και οι αντιδράσεις , των “ άδειων αγγέλων της δυσωδίας των καιρών, που κομμάτιασαν τον ήλιο”.

Αλλού αναφέρει: «Εγώ και οι φίλοι μου τρέχουμε
Στις ταράτσες των γκρίζων κτιρίων,
Κάνουμε τραμπάλα σε μη μονωμένα καλώδια
Σαν τα πουλιά που τους αφαιρούν την άνοιξη»
Σε αυτές τις περιπτώσεις το α' πληθ. πρόσωπο, διαφοροποιείται με σαφήνεια από το εμείς του ερωτικού ζευγαριού : «πηγαίναμε μαζί χέρι-χέρι, και στις καρδιές μας κατοικούσε ο φόβος / μας πήρε αγκαλιά σε καταγώγια διάρκεια.
Αυτό το εμείς αφήνει όμως αισιόδοξες προοπτικές και ρομαντικές αποδράσεις:
“στα μάτια μου αγναντεύω τις μέρες
που θα ζήσουμε.
Κάθε μέρα και ένα σπίρτο
Κάθε σπίρτο και μια μέρα.
Ελπίζω να μαζέψουμε πολλά
Κουτάκια μ’ αυτά θα φτιάξουμε μια παράγκα
Πάνω σε χοντρά χαλίκια σε μια ακτή απόμακρη….»

Από την ποίηση του Γ.Φ. δεν λείπουν τα στοιχεία κοινωνικού προβληματισμού. Η πολιτικοκοινωνική διάσταση του ποιητικού λόγου υπολανθάνει διακριτικά : “ Η εξουσία συνεχώς ταΐζει με ψίχουλα τα παιδιά της” . Ο προβληματισμός για τη χρησιμοποίηση ιδεών και προσώπων δίνει αφορμή να διατυπωθούν μεγαλόπνοοι στίχοι:

“Αν οι άλλοι σε πήραν
και σ’ έκαναν παντιέρα
κι’ αν σου δώσω υποσχέσεις
για καλύτερες μέρες,
κι’ αν αγαπάς λόγια που κανείς δεν σου είπε,
ένα μόνο να ξέρεις από τώρα και πέρα.

Οι προφήτες γεννιούνται
και πεθαίνουν αυθημερόν.”

Έχει γραφτεί πως «η λογοτεχνία είναι από τη φύση της η υποκειμενικότητα μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε διαρκή επανάσταση”. Ο λόγος του Γιώργου Φαλελάκη δεν είναι πολιτικός , είναι όμως κοινωνικά επαναστατικός, είναι επίμονα διαπεραστικός μέσα στο χρόνο και στα υπαρκτά ή νοερά κάγκελα που χωρίζουν τους βολεμένους του κόσμου μας από το “εμείς” των ευαίσθητων ψυχών της κάθε εποχής και της κάθε κοινωνίας όπου κι’ αν βρίσκονται αυτοί, που με την καταχνιά και τον άνεμο αφήνουν το δικό τους στίγμα και εκπέμπουν το δικό τους χαιρετισμό : «Καληνύχτα κόσμε ...»

Στέλλα Αλιγιζάκη
Φιλόλογος – Ιστορικός