Μπορεί η μπανάνα να θεωρείται εξωτικό φρούτο και ως επί το πλείστον να είναι εισαγόμενη στα περισσότερα σούπερ μάρκετ και μανάβικα αυτό δεν πάει να πει όμως ότι τη βρίσκουμε μόνο στην Παπούα - Νέα Γουινέα, στη Μαδαγασκάρη ή στην Ινδονησία. 

Αυτό όμως που δεν ξέρει ο περισσότερος κόσμος, είναι ότι υπάρχουν ουκ ολίγες καλλιέργειες και στην Ελλάδα και κυρίως στην Κρήτη, όπως στην Άρβη, τα Μάλλια και τη Σητεία. Πάμε λοιπόν να γνωρίσουμε, την ελληνική μπανανοκαλλιέργεια και τις εγχώριες μπανάνες, που μπορεί να υπολείπονται σε μέγεθος ή να είναι πιο πράσινες από τις εισαγόμενες, αλλά δεν υστερούν σε τίποτα, ούτε σε γεύση, ούτε σε ποιότητα, ούτε σε θρεπτικά στοιχεία! Αφήστε δε, που δεν προσβάλλονται από ασθένειες, ούτε επιβαρύνονται από φυτοφάρμακα.

Πώς ξεκίνησαν όλα - Η ιστορία της μπανανοκαλλιέργειας στην Κρήτη

Στις αρχές της δεκαετίας του '20 ένας καλόγερος από την περιοχή, ο Λουκάς, επιστρέφοντας από τους Αγίους Τόπους, έφερε μαζί του λίγα φυτά μπανάνας και τα φύτεψε στη Μονή του Αγ. Αντωνίου Άρβης. Όταν τα φυτά έκαναν καρπούς κανείς δεν τους δοκίμασε παρά το ωραίο τους άρωμα, αφού τίποτα δεν ήξεραν για αυτούς. Κάποιοι όμως φύτεψαν μερικά φυτά στις αυλές και στα χωράφια τους ως διακοσμητικά. 

Λίγα χρόνια αργότερα ένας γιατρός που βρέθηκε στην περιοχή και γνώριζε το φρούτο, όχι μόνο το δοκίμασε μπροστά στους έκπληκτους κατοίκους, αλλά αγόρασε και ένα μπανανοστάφυλο. Στις αρχές της δεκαετίας του '30 οι πρώτες καλλιέργειες ήταν γεγονός στην περιοχή. Οι μπανάνες, μέσα σε τσουβάλια με άχυρο ή κομμένο χαρτί, μεταφέρονταν με ζώα στη Βιάννο, από εκεί με φορτηγά στο Ηράκλειο και στη συνέχεια με πλοίο στην Αθήνα. Οι Κρητικοί εξακολουθούσαν να μην τις δοκιμάζουν.

Δέκα χρόνια αργότερα αρχίζει η καλλιέργεια της μπανάνας και στα Μάλια, στα βόρεια παράλια του Ηρακλείου. Την εποχή εκείνη η τιμή της εκτοξεύεται στις 25 δρχ. η οκά το χειμώνα και το καλοκαίρι πέφτει στις 5 δρχ. Την ίδια εποχή η τιμή του λαδιού δεν ξεπερνούσε τις 7 δρχ./οκά. Στις αρχές της δεκαετίας του '50 οι κάτοικοι της Κρήτης «ανακαλύπτουν» την μπανάνα ως φρούτο και αρχίζει η διάθεση του προϊόντος και στις αγορές του νησιού. Η ζήτηση μεγάλη, δεν καλύπτεται από την παραγωγή. Στο τέλος της δεκαετίας του '50, αρχίζει η εισαγωγή μπανάνας κατά τη διάρκεια του χειμώνα από τις αφρικανικές χώρες και τη Νότια Αμερική.

Οι καλλιέργειες της μπανάνας επεκτείνονται στην Ιεράπετρα, στην Παχιά Άμμο και στη Σητεία του Ν. Λασιθίου στα μέσα της δεκαετίας του 70, όπου καλλιεργούνται σε θερμοκήπια. Λίγα χρόνια αργότερα υπάρχουν 5.000 στρέμματα θερμοκηπιακής μπανάνας και 2.500 στρέμματα υπαίθριας με παραγωγή 30.000 τόνους ετησίως. 

Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται ως χρυσή εποχή της μπανανοκαλλιέργειας. Η τιμή πώλησης φτάνει τις 500 και 600 δρχ. το κιλό και η ζήτηση είναι μεγάλη. Οι ανάγκες σε επίπεδο χώρας αγγίζουν τους 100.000 τόνους ετησίως. Το 1989 επιτρέπεται και πάλι η εισαγωγή της μπανάνας, που είχε απαγορευτεί μετά από τις διαμαρτυρίες των μπα-νανοπαραγωγών το 1981. Έμποροι και καταναλωτές στρέφονται τότε στην εισαγόμενη μπανάνα. Η ντόπια μπανάνα βρίσκεται στα αζήτητα και η πλειοψηφία των μπανανοπαραγωγών αναγκάζεται να αλλάξει καλλιέργεια. Οι λίγες ποσότητες που παράγονται πλέον διακινούνται κατά βάση στις αγορές της Κρήτης.

Το 1990 ιδρύθηκε ο Αγροτικός Συν/σμός Κοινής Πώλησης Μπανάνας από τους παραγωγούς της Κρήτης, με έδρα την Αρβη και τη συμμετοχή των μπανανοπαραγωγών της Ηλείας, μοναδικού νομού της χώρας που καλλιεργούσε μπανάνες εκτός Κρήτης.

Η παραγωγή της κρητικής μπανάνας σήμερα

«Σήμερα», όπως μας δήλωσε στο eirinika.gr ο πρόεδρος του Συν/σμού και της Ομάδας παραγωγών, κ. Χρήστος Μάλλιος, «καλλιεργούνται στην Αρβη 185 στρέμματα υπό κάλυψη και 102 υπαίθρια, στα Μάλια 149 στρέμματα υπό κάλυψη, στη Σητεία 50 και στο Ρέθυμνο 16, υπό κάλυψη επίσης. Υπάρχουν, να προσθέσω, και κάποιοι ελάχιστοι παραγωγοί, που διακινούν τα προϊόντα τους εκτός Ομάδας. 

Η παραγωγή ξεπερνά τους 1.700 τόνους το χρόνο». Υπάρχουν προοπτικές για την καλλιέργεια και κάθε χρόνο στην Αρβη φυτεύονται περίπου 100 νέα στρέμματα. 

Η απόδοση ενός στρέμματος μπανάνας ανέρχεται στους τέσσερις τόνους περίπου όταν είναι υπαίθρια και επτά περίπου όταν καλλιεργείται στο θερμοκήπιο. Το μπανανοστάφυλο μπορεί να φτάσει και τα 70 κιλά. Συνήθως όμως φτάνει τα 25 κιλά στην υπαίθρια καλλιέργεια και τα 35 στη θερμοκηπιακή.

Όπως τονίζει ο κ. Μάλλιος, οι μπανανοπαραγωγοί έδωσαν πολλούς αγώνες για να δοθεί η επιδότηση της παραγωγής από την Ε.Ε. λόγω απώλειας εισοδήματος από την εισαγωγή μπανάνας. Η ενίσχυση αυτή δόθηκε το '93, οι παραγωγοί όμως την πήραν το '99. «Ο έλεγχος όσον αφορά την ποιότητα και την ποσότητα είναι συστηματικός και αυστηρός, ώστε να μη δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα στην επιδότηση», δηλώνει ο πρόεδρος και προσθέτει: «Τα δύο τελευταία χρόνια έχουμε δώσει βάρος στη βιολογική καλλιέργεια της μπανάνας. 

Ήδη σαράντα στρέμματα είναι πιστοποιημένα και κάποια άλλα βρίσκονται στη διαδικασία πιστοποίησης. Υπάρχουν βέβαια κάποια προβλήματα οργανωτικά όσον αφορά τη διάθεση της βιολογικής μπανάνας, τα οποία προσπαθούμε να ξεπεράσουμε». Όσον αφορά τις ποικιλίες που καλλιεργούνται στην Αρβη, έχει επικρατήσει η «ποικιλία Άρβης», η οποία είναι παγκοσμίως γνωστή ανάμεσα στις 100 που υπάρχουν. Παράλληλα, η Ομάδα Παραγωγών συνεργάζεται με το Παν/μιο Κρήτης και πειραματίζεται σε βελτιωμένο πολλαπλασιαστικό υλικό.

eirinika.gr