Όσες δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών, θυρίδων κ.λπ. έγιναν με πράξη προϊσταμένου του ΣΔΟΕ λόγω ενδείξεων οικονομικών εγκλημάτων και λαθρεμπορίας μεγάλης έκτασης, βάσει του άρθρου 30, παρ. 5 του Ν. 3296/2004 βρίσκονται στον αέρα.

Επικυρώνοντας την προ έτους απόφαση του Δ΄ Τμήματος, η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικό τον επίμαχο νόμο με το σκεπτικό ότι είναι αόριστος.

Σύμφωνα με πληροφορίες της Καθημερινής, σύντομα αναμένεται αναθεώρηση της επίμαχης διάταξης, ενώ, όπως επισημαίνουν στελέχη του υπουργείου Οικονομικών, «ο νόμος επιδέχεται τροποποίηση», υπογραμμίζοντας ότι «οι αποφάσεις του ΣτΕ είναι πάντα σεβαστές».

Συγκεκριμένα, στο σκεπτικό της απόφασης, που αναμένεται να αποτελέσει τη «βάση» για μπαράζ προσφυγών στα δικαστήρια, η Ολομέλεια του ανωτάτου δικαστηρίου επισημαίνει ότι ναι μεν η δέσμευση αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, ωστόσο αυτό δεν αρκεί «για να καταστήσει συνταγματικά ανεκτή μια τόσο σοβαρή επέμβαση σε συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά του ελεγχομένου».

Στο ΣτΕ είχε προσφύγει επιχειρηματίας γεωργικών μηχανημάτων σε βάρος του οποίου, με πράξη του προϊσταμένου του ΣΔΟΕ, το 2011 είχε αποφασιστεί η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών και τραπεζικών προϊόντων λόγω ενδείξεων φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας μεγάλης έκτασης.

Η Ολομέλεια του ΣτΕ έκανε δεκτή την προσφυγή του επιχειρηματία κρίνοντας ότι η πράξη στερείται νομιμότητας, καθώς στηρίζεται στον επίμαχο νόμο ο οποίος προβλέπει ότι «δεσμεύσεις, σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και λαθρεμπορίου, τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων, γίνονται με έγγραφο του προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, ενημερώνοντας για την ενέργεια αυτή, εντός 24 ωρών, τον αρμόδιο εισαγγελέα».

Η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε ότι ο νόμος είναι αντισυνταγματικός και αντίκειται στο πρόσθετο πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, καθώς «η δέσμευση αποσκοπεί μεν στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος για να διατηρούνται τα περιουσιακά στοιχεία του ελεγχομένου και να είναι δυνατή η ικανοποίηση αξιώσεων του Δημοσίου, όμως αυτό δεν εξαρκεί για να καταστήσει συνταγματικά ανεκτή μια τόσο σοβαρή επέμβαση σε συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά του ελεγχομένου».

Στην απόφαση επισημαίνεται ότι η διάταξη χρησιμοποιεί αόριστες έννοιες χωρίς να καθορίζει σαφώς τις προϋποθέσεις επιβολής του μέτρου, καθώς δεν θέτει περιορισμό στην έκταση και στη διάρκεια της δέσμευσης, δεν ρυθμίζει τη διαδικασία επιβολής και άρσης της με πρόβλεψη διαδικαστικών εγγυήσεων ανάλογων προς τη σοβαρότητά της.

Όπως επισημαίνουν εισαγγελικές πηγές, «τα προβλήματα τις συγκεκριμένης διάταξης είναι γνωστά». Μάλιστα οι αρμόδιοι εισαγγελείς έχουν αποστείλει προ καιρού τις επισημάνσεις και τις προτάσεις τους στο υπουργείο Δικαιοσύνης, χωρίς ωστόσο να έχουν λάβει απάντηση.

Καθημερινή