Η λέξη «συμφέρον» είναι διφορούμενη. Ποια συμφέροντα εξυπηρετούνται από την οικονομική δραστηριότητα στις ακτές; Τα συμφέροντα του δημοσίου ή εκείνα των πολιτών, τα μεγάλα ή τα μικρά, τα νόμιμα ή τα παράνομα; Υπάρχουν πολλές αντιφάσεις και κοινές παρανοήσεις. Ξεδιαλύνοντάς τες θα βρούμε τη μέση οδό, εκείνη της ισόρροπης και λελογισμένης διαχείρισης των ακτών. Εκείνης που εξυπηρετεί το συμφέρον όλων μας.

Το δημόσιο συμφέρον στον αιγιαλό και τις ακτές, όπως και στα περισσότερα πράγματα, δεν ταυτίζεται απαραιτήτως με τα συμφέροντα του δημοσίου. Το συμφέρον ημών των πολιτών δεν είναι το ίδιο με το συμφέρον των υπουργείων, των δήμων, των υπαλλήλων και των κυκλωμάτων τους. Ούτε εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον από μια γενική απαγόρευση. Τα λιμάνια και οι μαρίνες, οι παραθαλάσσιοι οικισμοί, οι επιχειρήσεις και βιομηχανίες όπου ζουν κι εργάζονται χιλιάδες συμπολίτες μας, όλα στις ακτές βρίσκονται.

Επιπλέον, το συμφέρον του δημοσίου σε παραθαλάσσιες εκτάσεις όπως, λόγου χάριν, σε στρατόπεδα, διυλιστήρια, εργοστάσια της ΔΕΗ, αεροδρόμια, αρχαιολογικούς χώρους, κατασκηνώσεις του ΥΠΕΘΑ, κ.ο.κ. εξυπηρετείται με το να περιορίζεται η πρόσβαση του κοινού. Αυτό είναι ένα πράγμα που κανείς δεν αρνείται. Είναι προφανές ψέμα πως κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να πάει όπου θέλει στον αιγιαλό. Πολύ διαδεδομένο ψέμα.

Ταυτόχρονα, το δημόσιο έχει και το δικαίωμα της απαλλοτρίωσης ιδιωτικών περιουσιών στην παράκτια ζώνη, για λόγους που εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, συμπεριλαμβανομένης και της ανάγκης για τουριστικές εγκαταστάσεις. Ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού (ΕΟΤ) έχει απαλλοτριώσει πολλές εκτάσεις προκειμένου να χτιστούν ξενοδοχεία (π.χ. τα ΞΕΝΙΑ) και παρεμφερείς υποδομές, συχνά με δαπάνες ιδιωτών για δικές τους εγκαταστάσεις.


Εδώ και δεκαετίες, αποτελεί νομικό δεδομένο πως το δημόσιο συμφέρον εξυπηρετείται από την τουριστική ανάπτυξη που δίνει εισοδήματα και θέσεις εργασίας σε όλη τη χώρα, και ιδίως την επαρχία. Όπως το μπετόν στα λιμάνια εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον (εις βάρος της φύσης, πώς να το κάνουμε), έτσι και η νομολογία δέχεται πως και τα τουριστικά έργα εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον εξίσου. Καμία περιβαλλοντική οργάνωση δεν έχει αμφισβητήσει αυτά τα νομικά δεδομένα.

Παρ’ ολ’ αυτά, παραμένει μια μικρή μερίδα της κοινωνίας που δε θέλει καμία τουριστική ανάπτυξη στις ακτές μας. Σε μια άλλη της μορφή, παρομοίως μηδενιστική, δε θέλει μόνο ιδιωτικές επενδύσεις, αλλά θέλει τις κρατικές. Η πηγή αυτών των ακραίων θέσεων είναι η γνωστή σε όλους αυθαιρεσία: από μικρούς ιδιοκτήτες ως και δήμους, από μικρές επιχειρήσεις ως το κεντρικό κράτος. Για να καταπολεμήσει την τόσο διαδεδομένη παρανομία, η στρεβλή λογική της απαγόρευσης αφήνει έξω την κρατική αυθαιρεσία μόνον, ως πιο «ελεγχόμενη» ίσως.

Στην πραγματικότητα, όμως, η καταστροφή του παράκτιου περιβάλλοντος προέρχεται από τις πολλές και μικρές παραβάσεις, με θύτες τις τοπικές μαφίες: αιρετοί και ψηφοφόροι, βουλευτές και εργολάβοι, σε αναρίθμητα μικρά εγκλήματα που αθροιζόμενα γιγαντώνονται. Αυτές οι τοπικές μαφίες δε βρήκαν ποτέ αντίσταση. Αντιθέτως, πολλοί είναι εκείνοι που εναντιώνονται στις μεγάλες και νόμιμες επενδύσεις, που είναι σχεδιασμένες κι αδειοδοτημένες κατόπιν ενδελεχών γραφειοκρατικών ελέγχων, και περιέχουν όλα εκείνα τα δίκτυα και τις δικλίδες που λείπουν από την πλειονότητα των οικισμών μας. Τελικά, αντί για πράσινη ανάπτυξη, οι μηδενιστές προτείνουν μια «πράσινη συντήρηση».

Η ορθή και προοδευτική πρόταση, αντιθέτως, βασίζεται σε χιλιάδες σελίδες έγκυρων μελετών, τόσο από μεγάλες περιβαλλοντικές οργανώσεις όπως η WWF (1) , όσο και από τον Σύνδεσμο Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) (2) , έναν από τους ισότιμους κοινωνικούς εταίρους. Προτείνουν μελετημένη και οργανωμένη αναπτυξιακή πολιτική, αυτήν που δεν κατάφερε ποτέ αυτό το κράτος. Η μεγάλη μελέτη της GRID-Arendal (3) δείχνει ξεκάθαρα πως οι ακτές μας δεν επιβαρύνονται από τον οργανωμένο και νόμιμο τουρισμό, ενώ κι ο ΣΕΤΕ έδειξε πως ούτε το 1% των ακτών μας δεν είναι που χρησιμοποιούν τα ξενοδοχεία, και μάλιστα τις βραχώδεις ως επί το πλείστον.

Ο ΣΕΤΕ επισημαίνει, επίσης, μια υπερπροσφορά τουριστικού προϊόντος σε συγκεκριμένες κατηγορίες καταλυμάτων και δραστηριοτήτων, καθώς και σε συγκεκριμένα μέρη, και δίνει σαφείς κατευθύνσεις για απόσυρση ή ανακαίνιση παλαιών εγκαταστάσεων. Ταυτόχρονα, οι μελέτες δείχνουν ξεκάθαρα πως χρειαζόμαστε νέες τουριστικές υποδομές ανώτερης ποιότητας από αυτές που έχουμε (4) . Η ανανέωση του τουριστικού προϊόντος με όρους ποιότητας, πρωτίστως, είναι η πεμπτουσία της ορθής τουριστικής πολιτικής.

Είναι προφανές, λοιπόν, πως το δημόσιο συμφέρον εξυπηρετείται από τη λελογισμένη και ισόρροπη τουριστική ανάπτυξη, κι άρα καλείται η κοινωνία ν’ αποφασίσει ποιες παράκτιες εκτάσεις θα παραχωρηθούν στον τουρισμό για δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Ζητείται ισορροπία ανάμεσα στα συμφέροντα του δημοσίου, εκείνα των λίγων μεγάλων επενδύσεων και εκείνα των χιλιάδων μικρών επιχειρήσεων. Μόνον έτσι θα διασφαλισθεί ουσιαστικά το δημόσιο συμφέρον, το συμφέρον όλων μας.

(1) WWF - Ζωντανή Ελληνική Οικονομία
(2) ΣΕΤΕ - Το νέο Μοντέλο Τουριστικής Ανάπτυξης
(3) GRID-ARENDAL - Το θαλάσσιο και παράκτιο περιβάλλον της Μεσογείου
(4) ΣΕΤΕ - Υλοποίηση Τουριστικού Στρατηγικού Σχεδιασµού 2021

Φώτης Κοκοτός
Επιχειρηματίας του Τουρισμού και των Κατασκευών.
Κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (MSc) Μηχανικού Περιβάλλοντος