Ηταν μία από τις μεγαλύτερες οικογένειες εμπόρων της παλιάς Αθήνας. Στα κοσμικά στέκια της εποχής, ο Ιωάννης Ντάβος ήταν ένας από τους περιζήτητους εργένηδες και ο γάμος του με τη Σοφία Λαλαούνη, γόνο της γνωστής οικογένειας κοσμηματοπωλών, αποτέλεσε μεγάλο κοινωνικό γεγονός.

Ωστόσο 77 χρόνια αργότερα η οικογένεια του εμπόρου από την Αρκαδία έρχεται και πάλι στη δημοσιότητα, αυτή τη φορά για τα δύο από τα τρία τους παιδιά που δυστυχώς είναι νεκρά και μια σπείρα απατεώνων με αρχηγό γνωστό παλαίμαχο ποδοσφαιριστή προσπάθησε να οικειοποιηθεί την περιουσία τους. 



Η υπόθεση αποκτά διαστάσεις θρίλερ καθώς ο φάκελος των θανάτων των δύο αδελφών ανοίγει και εξετάζεται πλέον σοβαρά το σενάριο οι δύο ηλικιωμένοι, Παρασκευάς και Δημήτρης Ντάβος να έπεσαν θύματα δολοφονίας με φόντο τα εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ και τα δεκαπέντε ακίνητά τους. Διότι, όπως προέκυψε, είχαν σε δύο λογαριασμούς 550.000 ευρώ και δεκάδες ακίνητα στο κέντρο της Αθήνας, ενώ η ιδιόκτητη κατοικία τους επί της οδού Διός στη Βουλιαγμένη αξίζει μια περιουσία.



Στο protothema.gr μιλάει ο κ. Ιωάννης Μπουρδάκος, σύζυγος της αδελφής των δύο νεκρών, Χαραλαμπίας, και λέει ότι τα τελευταία χρόνια ζούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες παρέα με σκουπίδια, παλιά αντικείμενα και τρωκτικά... Μια ζωή που ξεπερνά κάθε λογική και αυτοί που γνωρίζουν την αποδίδουν στα σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν τα τελευταία χρόνια τα δύο αδέλφια.   


Οικογένεια μεγαλεμπόρων
«Κατάγονται από μεγάλη οικογένεια. Μάλιστα η μητέρα τους, Σοφία, ήταν το γένος Λαλαούνη. Αλλά και από την πλευρά του πατέρα τους είχαν επτά παπάδες, ήταν παπαδοοικογένεια. Ο ένας ήταν γενικός γραμματέας στο Αγιον Ορος, ο μακαριστός Παντελεήμων. Ο πατέρας τους, ο Ιωάννης, με καταγωγή από την Αρκαδία, είχε έρθει από μικρό παιδί στην Αθήνα και ασχολήθηκε με το εμπόριο στο οποίο και πέτυχε. Στο πρώτο μαγαζί, στην Κολοκοτρώνη 53, πούλαγε ρούχα και εσώρουχα. Του το ανατίναξαν όμως οι Γερμανοί γιατί ήταν πατριώτης». Με αυτά τα λόγια ξεκινάει την αφήγησή του ο κ. Μπουρδάκος και στη συνέχεια αναφέρεται στα δύο αδέλφια: «Ο Παρασκευάς, ο μεγάλος, “έφυγε” 77 ετών και ο Δημήτρης στα 63 του. Είχαν και οι δύο διαγνωστεί με αυξημένο σάκχαρο συν του ότι ο ένας έπασχε και από καρδιά. Ο Παρασκευάς αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας εκτός από την ψυχοπάθεια και εξαρτιόταν από τον μικρό του αδελφό. Ο Δημήτρης έκανε όλες τις εξωτερικές δουλειές και τον εξυπηρετούσε. Π.χ. πήγαινε και ψώνιζε ό,τι του ζητούσε, του έπαιρνε τα φάρμακά του, τον φρόντιζε γενικά». 



Ωστόσο τίποτα δεν προμήνυε το κακό τέλος που θα έβρισκε τα δύο αδέλφια. «Ο Δημήτρης είχε τελειώσει την Εμπορική και πέτυχε ως έμπορος. Εργαζόταν από μικρό παιδί στο πλάι του πατέρα του. Ο Παρασκευάς είχε τελειώσει το Γυμνάσιο της εποχής. Βοηθούσαν τον πατέρα τους και όταν αυτός απεβίωσε συνέχισαν να ασχολούνται με το εμπόριο. Ο Δημήτρης ήταν ωραίο παιδί, σαν τον πατέρα του γόης. Και ο Δημήτρης, όμως, ήταν εξίσου όμορφος. Ο Παρασκευάς είχε προβλήματα από μικρός, όμως όταν ενηλικιώθηκε η κατάστασή του επιδεινώθηκε. Ωστόσο δεν πείραζε κανέναν. Μπορεί να φώναζε όταν νευρίαζε, αλλά ποτέ δεν πείραξε κανέναν.  Στο σπίτι στη Βουλιαγμένη έμεναν μαζί με τη μητέρα τους περίπου τρεις δεκαετίες», αναφέρει ο κ. Μπουρδάκος.


Η καθημερινότητά τους και η τελευταία εβδομάδα 
Τα τελευταία χρόνια τα δύο αδέλφια άρχισαν προοδευτικά να απομονώνονται και να ζουν σε έναν δικό τους κόσμο. «Προ διετίας είχαν και μια γυναίκα που πήγαινε από καιρού εις καιρόν και τους καθάριζε, κάποια στιγμή όμως τη σταμάτησαν και παραμέλησαν τον εαυτό τους και το σπίτι. Δεν ήταν ρακοσυλλέκτες, ήταν άνθρωποι άρρωστοι. Μέχρι πέρυσι που πήγαιναν για μπάνιο στην πλαζ της Βουλιαγμένης πλήρωναν εισιτήριο, αλλά και όταν πήγαιναν για φαΐ στο εστιατόριο του «Ζάχου» άφηναν πολλά λεφτά. Είτε πήγαιναν εκείνοι εκεί ή τους μετέφερε υπάλληλος του μαγαζιού στο σπίτι φαγητό», εξηγεί ο σύζυγος της αδελφής τους και συμπληρώνει: «Εγώ και η σύζυγός μου, η Χαραλαμπία, ήμασταν πάντοτε κοντά τους. Ακόμα και όταν η κατάστασή τους είχε χειροτερέψει και δεν δέχονταν κανέναν, τους καλούσαμε στο τηλέφωνο. Οταν μου έλεγαν να πάω από εκεί δεν μου άνοιγαν την πόρτα του σπιτιού. Καθόμασταν στο κλιμακοστάσιο και τους έδινα κάνα ψητό κοτόπουλο που τους αγόραζα ή κρέας. Εδώ και περίπου έναν χρόνο είχαν απομονωθεί τελείως. Είχαν κλειστεί στον εαυτό τους και δεν επέτρεπαν σε κανέναν να τους πλησιάσει. Τους έπαιρνα τηλέφωνο και επειδή ο γιος μου είναι γιατρός τους έλεγα να πάμε σε όποιο νοσοκομείο θέλουν για κάποια θεραπεία, αλλά ο μεγάλος έβριζε».



Το περασμένο καλοκαίρι ήταν το τελευταίο για τα δύο αδέλφια Ντάβου. Στις 7 Ιουλίου βρέθηκαν νεκροί. Ο ένας απέναντι από τον άλλο... «Μία εβδομάδα πριν τον θάνατό τους, συγκάτοικος της πολυκατοικίας και μια οικιακή βοηθός μου είπε ότι ο μικρός είχε σηκωθεί τα μεσάνυχτα, είχε καθίσει σε μια σεζλόνγκ και βογκούσε. Οταν της είπα γιατί δεν με πήρε τηλέφωνο, εκείνη δεν απάντησε. Συνέχισα να τη ρωτώ γιατί δεν είχε βάλει μια φωνή να μας καλέσει και μου είπε ότι κάποια στιγμή είχε δώσει λιβάνι στον μεγάλο γιατί είχε πει κάτι άσχημο, για να λιβανίσει το σπίτι. Η ιατροδικαστική εξέταση λέει ότι όταν δεν μπορεί να προσδιοριστεί ο χρόνος τεκμαίρεται ότι έχουν αποβιώσει και οι δύο ταυτοχρόνως. Εκτιμώ ότι απεβίωσαν λόγω της ασθένειας που είχαν. Και ο ένας και ο άλλος. Ο μικρός είχε αυξημένο σάκχαρο, δηλαδή διαβήτη τρίτου βαθμού και ζούσε με ινσουλίνες. Υπέφερε και από την καρδιά του. Κάπνιζε όμως πολύ. Το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Του έλεγα ότι αυτό του κάνει κακό. Ο δε μεγάλος έπαιρνε και μια υποβαθμισμένη σύνταξη. Δεν μου είχαν πει πόσο αλλά προσδιορίζω το ποσό γύρω στα 600 ευρώ».

protothema.gr