«… Την 26η-10-’40 είχα 48ωρη άδεια και βγήκα στο χωριό. Τυχαίως γλεντήσαμε με φίλους, και την πρωΐα της 28ης Οκτωβρίου ακούομε στο ράδιο ότι μας κήρυξε η Ιταλία τον πόλεμο. Τότε όλοι μας μείναμε απολιθωμένοι! Γυναίκες έκλαιαν και υπήρχε μεγάλη ταραχή, γιατί όλοι μας περιμέναμε ότι θα μας νικούσε η Ιταλία και προπαντός για τις κακουχίες που θα υποφέραμε, αδιάφορο ότι σύντομα καταλάβαμεν ότι τους νικούσαμε… Την μεσημβρίαν της ιδίας ημέρας ανεκλήθησαν οι άδειες και μας έστειλαν αυτοκίνητο έκτακτο και μας πήρε. Αποχαιρετίσαμεν τους δικούς μας με δάκρυα στα μάτια, γιατί και αυτοί ένιωθαν μέσα τους την τύχη μας…»

Έτσι αρχίζει το ημερολόγιο του πολέμου στα αλβανικά βουνά ο δακτυλογράφος του 44ου Συντάγματος Γιάννης Μπριλάκης, που κατάφερε να επιστρέψει στο χωριό του, το Σπήλι Ρεθύμνου, με πολλαπλά τραύματα στην ψυχή του, ζώντας από κοντά τη φρίκη την οποία κατέγραψε στις «ματωμένες» σελίδες του ντοκουμέντου.


Ο δακτυλογράφος του Συντάγματος Γιάννης Μπριλάκης

Τα όσα περιγράφει με παραστατικότητα από την αρχή ως το τέλος της σύγκρουσης κόβουν την ανάσα και το ημερολόγιο είναι από τα ελάχιστα που διασώθηκαν και έρχεται να συμπληρώσει ένα κενό στις σελίδες του λαϊκού ξεσηκωμού…

Ως ντοκουμέντο έχει μια μοναδικότητα: αποτυπώνει με επιτηδειότητα και δικαιοκρισία την φρίκη του πολέμου και τα συναισθήματα ενός μαχητή, που στα πεδία των συγκρούσεων έχει χρέος να περιγράψει μέσα στους πολυάριθμους κινδύνους τους αγώνες ενός ολόκληρου λαού για το υπέρτατο αγαθό της πατρίδας…

Ο καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γιώργος Μαργαρίτης καταλήγει στο προλογικό του σημείωμα στο ημερολόγιο του Γιάννη Μπριλάκη:

«… Αυτή την ιστορική εμπειρία των φαντάρων από την Κρήτη περιγράφει στο ημερολόγιό του ο Γιάννης Μπριλάκης, έφεδρος από το Σπήλι Ρεθύμνου. Τα όσα γνώρισαν οι πολλοί τα παρουσιάζει με τον τρόπο που τα έζησε ο ίδιος. Με τον τρόπο του συμπληρώνει την εικόνα. Την ιστορία την πλησιάζουμε συνήθως από τα πάνω, από τις σκέψεις, τις αποφάσεις, τις διαταγές των «μεγάλων»: των πολιτικών, των στρατηγών, των επιτελαρχών. Οι πολλοί όμως, όσοι εφαρμόζουν αυτά που οι λίγοι, μακρυά ενίοτε από τα γεγονότα, αποφάσισαν έχουν τη δική τους ιστορία, όπου περισσεύουν οι δοκιμασίες και τα βάσανα. Τη μεγάλη αυτή αλήθεια μας θυμίζει η αφήγηση του Μπριλάκη για τα όσα είδε και έζησε στην παγωμένη Αλβανία του 1940».

«ΤΗΝ ΠΡΩΙΑ 3-2-41…»

Γράφει στα πολλά τραγικά του ημερολογίου ο Γιάννης Μπριλάκης:

«Την πρωία 3-2-’41 ενεφανίσθησαν περί τα δέκα τανκς και δυο τεθωρακισμένα αυτοκίνητα, γεμάτα Ιταλούς. Τότε, λοιπόν, όλα τα πολυβόλα του τάγματός μας, οι όλμοι της υποστηρίξεως και το Πυροβολικό και γενικώς όλα τα όπλα έβαλαν. Τα πέντε τανκς κατεστράφησαν, τα δε άλλα αιχμαλωτίσθησαν, επίσης και τα τεθωρακισμένα αυτοκίνητα. Αυτά έρχονταν από το Τεπελένι, αλλά έπαθαν μεγάλη καταστροφή! Έρχονταν κι άλλα πίσω αλλά γύρισαν μόλις είδαν το οικτρόν τέλος των συναδέλφων. Κατάλαβαν πως την ίδια τύχη θα έχουνε…



Οι Κρητικοί

»Επιάσαμε 198 αιχμαλώτους. Μερικοί, πέντε-έξι δικοί μας, έτρεξαν για λάφυρα και εν αγνοία το Πυροβολικό το δικό μας τους έβαλε και τους σκότωσε. Οι απώλειές μας όλες αυτές τις μέρες ήτο πολύ μικρές: έξι νεκροί και ολίγοι τραυματίες όλες τις μέρες που κάμαμε στην Κλεισούρα…

»Ο καιρός αυτές τις μέρες ήτο πολύ άθλιος! Μέρα-νύχτα βροχή, η χλαίνη μου, η κουβέρτα μου όλα μούσκεμα! Κοιμόμεθα στα αντίσκηνα και απάνω στις λάσπες. Ύπνο δεν βλέπαμε με αυτά τα βρεγμένα ρούχα και το κρύο. Το φαΐ ήτο ξιδιασμένο και δεν τρωγόταν, γιατί το ψήναμε το βράδυ και την επομένη το μεσημέρι. Φωτιά δεν επιτρεπόταν, η βροχή δεν σταματά και η ζωή είναι μαρτυρική!

»… Σε λίγο, κατά τις 10.30΄ ώρα έρχονται πολλά αεροπλάνα και μας βομβάρδιζαν. Εγώ κοιμόμουνα και κατατρομαγμένος ξύπνησα, όταν μιας βόμβας τα χώματα με σκέπασαν. Άλλα έριχναν σωρηδόν τις χειροβομβίδες που χαλούσαν τον κόσμο! Έπεσαν γύρω μας τέσσερις βόμβες και πολλές άλλες λίγο μακρύτερα. Ευτυχώς δεν έπαθα τίποτα! Τραυματίστηκαν έξι, μεταξύ αυτών ήτο ο Κ. Βαβουράκης από την Κοξαρέ και ο Σ. Αθνασιάδης από το Μιξόρρουμα. Του μεν πρώτου το ένα πόδι κόπηκε τελείως και το άλλο είχε πάνω πολλά τραύματα. Του δε δεύτερου κόπηκε το αριστερό χέρι και κρατούσε ένα ελάχιστο! Επίσης ο Λεντζής από το Αμπελάκι, ο Σαρρής και άλλοι έπαθαν μεγάλη ζημιά…»

madeincreta.gr