Έντονο προβληματισμό και συζητήσεις - ποικίλου περιεχομένου - έχει πυροδοτήσει η πρακτική που ακολουθείται στον εργασιακό τομέα, κατά τα τελευταία χρόνια, η οποία έγκειται στην απορρόφηση ανθρώπινου εργατικού δυναμικού μέσω προγραμμάτων, απασχόλησης, ορισμένης χρονικής διάρκειας.

Ειδικότερα, το θέμα αφορά τα γνωστά, πλέον, σε όλους προγράμματα - Κοινωφελούς Εργασίας - πεντάμηνης ή εξάμηνης διάρκειας όπου υλοποιούνται από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και τον ΟΑΕΔ, με χρήματα που, στο μεγαλύτερο μέρος, προέρχονται από οικονομικά κονδύλια του ΕΣΠΑ.

Σαφέστατα, δεν μπορεί να υπάρξει διαφωνία ότι μπροστά στη γιγάντωση των ποσοστών της ανεργίας (κυρίως στις νεαρές ηλικίες) ένα, τέτοιο, πρόγραμμα εργασίας που απευθύνεται σε χιλιάδες άτομα διαφόρων προσόντων, και με προτεραιότητα στους μακροχρόνια άνεργους και τους κοινωνικά αναξιοπαθούντες, συμβάλλει υποστηρικτικά, ως ένα βαθμό, στον τομέα της απασχόλησης.

Οι περιορισμοί, όμως, που προκύπτουν ως απόρροια της ακολουθούμενης αυτής πρακτικής, είναι αρκετοί, και προκαλούν ταλαντεύσεις σε νέους - και όχι μόνο - που αναζητούν, εναγωνίως, επαγγελματική αποκατάσταση.

Συγκεκριμένα, αυτό καθαυτό το «εργασιακό φαινόμενο», χαρακτηρίζεται από στοιχεία όπως: η μικρή χρονική διάρκεια (5 μήνες) όπου προσδίδει χαρακτήρα προσωρινό στην εργασία, οι χαμηλές οικονομικές απολαβές των ωφελουμένων (με μηνιαίο μισθό:490 ευρώ για άτομα άνω των 25 ετών και 427 ευρώ για άτομα κάτω των 25), η μη δυνατότητα ανανέωσης της σύμβασης εργασίας, η πρόσκαιρη κάλυψη, πάγιων, αναγκών σε υπηρεσίες και φορείς του δημοσίου και ευρύτερου δημοσίου τομέα.

Συνεπώς, ο κάθε άνεργος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια αλληλουχία συναισθημάτων και ψυχολογικές διακυμάνσεις. Από τη μία, κυριαρχεί το αίσθημα της χαράς και του ενθουσιασμού για την εύρεση εργασίας ενώ από την άλλη, σε σύντομο χρονικό διάστημα, τα θετικά συναισθήματα δίνουν τη θέση τους σε αρνητική διάθεση: με εντάσεις, θυμό, λύπη και απογοήτευση εξαιτίας της ολοκλήρωσης του έργου και την επιστροφή στην ανασφάλεια.

Εκ των πραγμάτων, με την εν λόγω μορφή εργασίας, οι ωφελούμενοι δεν δύναται να προβούν σε ενέργειες και σχεδιασμό ενός μελλοντικού πλάνου για τους ίδιους και τις οικογένειες τους αλλά, εν αντιθέσει, συμβιβάζονται - εξ’ ανάγκης - σε μια βραχυπρόθεσμη συντήρηση και ελάχιστη κάλυψη των βιοποριστικών αναγκών τους.

Ωστόσο, και οι υπηρεσίες στο έργο των οποίων εντάσσονται οι «προσωρινοί εργαζόμενοι» δεν είναι εφικτό να εναρμονιστούν, πλήρως, με τη νέα εργασιακή κατάσταση, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται δυσκολίες στη διανομή αρμοδιοτήτων-καθηκόντων και στον προγραμματισμό στόχων για τους νέους εργαζόμενους.

Αναμφίβολα, λοιπόν, πρωταρχικό μέλημα της Πολιτείας θα πρέπει να καταστεί η προώθηση ενός, ειδικού, σχεδίου δράσης - με πρόβλεψη - για θέσεις εργασίας μακροχρόνιου χαρακτήρα, με ευεργετικό ρόλο προς στον άνεργο πληθυσμό και, ταυτόχρονα, με καταλυτική συμβολή απέναντι στις υπηρεσίες τοποθέτησης των ωφελουμένων.

Τέλος, εκτός των άλλων, εκείνο που χρειάζεται να γίνει κατανοητό - απ’ όλους τους εμπλεκόμενους - είναι το εξής: τα προγράμματα Κοινωφελούς Εργασίας, σε καμία περίπτωση, δεν αποτελούν λύση και προοπτική ανάπτυξης αλλά, εν τοις πράγμασι, κρίνονται ως ένα, μικρό, διάλλειμα από την ανεργία … διότι, ακόμα και με χρήση όρων φιλοσοφίας: «πώς να χωρέσει η ζωή σ’ ένα πεντάμηνο;».

Γιώργος Σαριδάκης
Κοινωνικός Λειτουργός