8 Νοέμβρη 1866. Η ιστορία γράφει με χρυσά γράμματα, τα όσα διαδραματίστηκαν εκείνη την ημέρα στην Ιερά Μονή Αρκαδίου. Ένα πυρ!!! Ήταν αρκετό και μια μεγάλη λάμψη ξεπήδησε από το προαύλιο της Μονής. Κορμιά διαμελισμένα, πετάγονται σε μεγάλη απόσταση. Παιδιά, νέοι, γέροι, γυναίκες αλλά μαζί και Τούρκοι. Οι πρώτοι θυσίασαν τη ζωή τους για την ελευθερία και οι Τούρκοι πήραν το μάθημα, από τη θυσία των ηρώων της Κρήτης.

Το πνεύμα της ελευθερίας, που κυρίευσε την ψυχή μιας χούφτας αγωνιστών, ήταν αυτό που καθιέρωσε στη συνείδηση των ελεύθερων ανθρώπων, το Αρκάδι σαν Μνημείο Ευρωπαϊκού Πνεύματος και Ελευθερίας.

Σε απόσταση 23 χιλιομέτρων από το Ρέθυμνο, στη βορειοδυτική πλευρά του Ψηλορείτη και σε υψόμετρο 500 μέτρων από τη θάλασσα, βρίσκεται η Ιερά και Ιστορική Μονή Αρκαδίου, το ιερότερο σύμβολο της Κρητικής λευτεριάς. Είναι κτισμένη σε οροπέδιο –στο λεγόμενο κάμπο του Αρκαδίου- εκεί όπου ενώνονται οι επαρχίες Ρεθύμνης, Αμαρίου και Μυλοποτάμου. Το τοπίο συναρπάζει, γοητεύει και ξεκουράζει κάθε προσκυνητή, τον οποίο και υποδέχεται καλοσυνάτα ο σεβάσμιος ηγούμενος παν.Άνθιμος Καλπάκης.

Για την ίδρυση του Μοναστηριού δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες. Η παράδοση λέει πως θεμελιώθηκε από τον Αυτοκράτορα Ηράκλειο του Βυζαντίου και ανοικοδομήθηκε από το Βυζαντινό αυτοκράτορα Αρκάδιο τον 5ο μ.Χ. αιώνα, από τον οποίο και πήρε το όνομά του. Κατ’ άλλη εκδοχή ιδρύθηκε από κάποιο Μοναχό Αρκάδιο γι’ αυτό και ονομάσθηκε Μονή Αρκαδίου.

Ο μεγαλόπρεπος δίκλυτος Ναός είναι αφιερωμένος στη Μεταμόρφωση του Σωτήρα Χριστού και στους Αγίους και Ισαποστόλους Κωνσταντίνο και Ελένη.

Τη χρονιά του 1866 το Αρκάδι θα γίνει ένας θρύλος, μια ολοζώντανη ιστορία, ένας φάρος άσβεστος που θα φέγγει σ’ όλους τους αιώνες και θα διδάσκει στους Λαούς πόσο αξίζει αλλά και πόσο στοιχίζει η Ελευθερία.

Οι επαναστάσεις των Κρητικών πνίγονται στο αίμα, όπως το 1770, 1811, 1821, 1822,1828, 1841,1852 και κάθε φορά η Κρήτη ντύνεται στα μαύρα και φορεί το μαύρο κεφαλομάντηλο. Σ’ όλους αυτούς τους ιερούς αγώνες, πόθος του Κρητικού Λαού είναι η Ένωση με τη μητέρα Πατρίδα.

«Απορρίπτομεν πάσα προσφοράν και θαρραλέως διακηρύττομεν ενώπιον Θεού και ανθρώπων ως το μόνο ομόθυμον και διακαή πόθον ημών την Ένωσιν μετά της μητρός Ελλάδος» (Διακήρυξη Κρητών Αύγουστος 1866).

Από την 1η Μαΐου 1866, χίλιοι πεντακόσιοι Κρητικοί επαναστάτες έχουν συγκεντρωθεί στο Ιστορικό Μοναστήρι, με αρχηγό το Χατζή – Μιχάλη Γιάνναρη και αποφασίζουν να χτυπήσουν τον Τούρκο δυνάστη. Πρόεδρος της Επιτροπής Ρεθύμνης εκλέγεται ο Ηγούμενος της Μονής Χατζή – Γαβριήλ Μαρινάκης, από το χωριό Mαργαρίτες Μυλοποτάμου. Ο Ισμαήλ πασάς παραγγέλλει στον Ηγούμενο να διώξει την Επιτροπή γιατί θα καταστρέψει το Μοναστήρι. Ο Ηγούμενος Γαβριήλ, γνήσιος απόγονος των πολεμάρχων της Κρήτης, αρνείται. Το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου ο Πασάς ξαναμηνά να φύγει η Επιτροπή, αλλά οι αγωνιστές γαλουχημένοι από τα νάματα του «Κρυφού Σχολειού» περιφρουρούν και πάλι το βάρβαρο κατακτητή.

24 Σεπτεμβρίου 1866. Ο Κωνσταντινοπολίτης Συνταγματάρχης Πυροβολικού Πάνος Κορωναίος, μαζί με τον Ανθυπολοχαγό Πεζικού Ιωάννη Δημακόπουλο από τη Βυτίνα της Αρκαδίας, αποβιβάζονται στο Μπαλί Μυλοποτάμου και αμέσως πηγαίνουν στο Αρκάδι να βοηθήσουν στον αγώνα.

7 Νοεμβρίου 1866. Μέσα στο Μοναστήρι βρίσκονται 964 χριστιανοί, 325 άνδρες από τους οποίους 259 με όπλα και όλοι οι υπόλοιποι είναι γυναικόπαιδα. Ο Μουσταφά πασάς που στο μεταξύ έχει αντικαταστήσει τον Ισμαήλ, ξεκινά από το Ρέθυμνο με 20.000 περίπου τακτικό στρατό και 30 κανόνια. Το πρωί της 8ης Νοεμβρίου οι τουρκικές ορδές βρίσκονται στο Αρκάδι και ορίζεται Αρχηγός τους ο Σουλεϊμάν Βέης (γαμπρός του Μουσταφά), ενώ ο ίδιος παραμένει στο χωριό Μέση.

«Την Τρίτη το ξημέρωμα στ’ οχτώ του Νοεμβρίου,

επρεμαζώχτηκε η Τουρκιά στ’ Αρκάδι γύρου – γύρου…»

Όλα δείχνουν πως θα γίνει μεγάλο μακελειό και…

«Ο Κουλούκωνας ρωτά το γέρο Ψηλορείτη

εσύ απού ’σαι πλια ψηλά, ίντα θωρείς στην Κρήτη;

Όλος ο κόσμος καίγεται παντού μπαρούτι ανάφτει,

μα περισσότερο κακό γίνεται μεσ’ στ’ Αρκάδι»

Οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» κάνουν το σημείο το Σταυρού και ετοιμάζονται για τον άνισο, αλλά ιερό αγώνα με τους άπιστους.

Ο Ηγούμενος Γαβριήλ ιερουργεί, τιμώντας τους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ και ως θεματοφύλακας των ιερών και οσίων της φυλής μας, εμψυχώνει το εκκλησίασμα ν’ αντισταθεί μέχρι θανάτου στους «σκύλους» που περιφέρονται λυσσασμένοι έξω από το Άγιο Μοναστήρι.

Σε λίγο ο Σουλεϊμάν Βέης καλεί από το λόφο του Κορέ τους Χριστιανούς να παραδοθούν.

«Τ’ άρματα δεν τα δίδομε, ενταέ και πάρετέ τα…» του μηνά ο Ηγούμενος και συμπληρώνουν την απάντηση τα τουφέκια των επαναστατών. Οι Τούρκοι με τα κανόνια τους χτυπούν αδιάκοπα τη Δυτική Πόρτα. Το πολύπρακτο Αρκαδικό δράμα έχει αρχίσει.

Οι γυναίκες που βρίσκονται μέσα στο Μοναστήρι με μπροστάρισσα την ηρωίδα Χαρίκλεια Δασκαλάκη, παίρνουν μέρος στον αγώνα και προσφέρουν ανεκτίμητες υπηρεσίες. «Διακόσιοι πενήντα εννιά Κρήτες επολεμούσανε, γέροι, γυναίκες και παιδιά φουσέκια κουβαλούσαν…»

Οι πολιορκημένοι δεν αστοχούν με τα βόλια τους κι έτσι οι Τούρκοι δεν μπαίνουν στο Αρκάδι. Η σκληρή μάχη συνεχίζεται όλη την ημέρα με πολλούς Τούρκους νεκρούς. Η σκοτεινή και βροχερή νύχτα που φτάνει σωπαίνει τα όπλα. Η θέση των πολιορκημένων χειροτερεύει, γιατί οι Τούρκοι φέρνουν από το Ρέθυμνο την μπουρμπάρδα κουτσαχείλα και την τοποθετούν στους στάβλους δίπλα στη Μονή. Την ίδια νύχτα οι Χριστιανοί στέλνουν τον παπά – Κρανιώτη από την Κράνα Μυλοποτάμου και τον Αδάμ Παπαδάκη, από το Πίκρη Ρεθύμνου στο Κλησίδι Αμαρίου, όπου βρίσκεται ο Πάνος Κορωναίος και ζητούν βοήθεια.

Το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου η καμπάνα καλεί τους πιστούς για τελευταία φορά, στο θυσιαστήριο του Θεού και μεταλαμβάνουν των Αχράντων Μυστηρίων. Ο Ηγούμενος αφήνει το Άγιο Δισκοπότηρο και πιάνει ξανά το τουφέκι. Οι υπερασπιστές της Μονής πιασμένοι αδελφικά χέρι – χέρι, με εφόδια την πίστη προς το Θεό και την αγάπη προς την πατρίδα – τούτο είναι το μέγα μήνυμα και δίδαγμα του Αρκαδίου- αποφασίζουν να αποθάνουν παρά να πέσουν στο μαχαίρι του δυνάστη.

Ξημερώνει η Τετάρτη 9 Νοεμβρίου. Η μάχη αρχίζει με πολλή λύσσα. Τα κανόνια σφυροκοπούν τη Δυτική (Χανιώτικη) πόρτα, ασταμάτητα και τραντάζει συθέμελα το Μοναστήρι μέχρι που η πόρτα υποχωρεί. Οι Τούρκοι μπαίνουν στον περίβολο της εκκλησίας και αρχίζει η γιγαντομαχία, ανάμεσα στους αγγελόσχημους υπερασπιστές της Λευτεριάς και στα ανθρωπόμορφα τέρατα που δεν σέβονται τον ιερό και καθαγιασμένο τόπο του Μοναστηριού.

Ο Γαβριήλ, ο τιμημένος αυτός ρασοφόρος και συνεχιστής της δόξας και των μεγαλείων του ιερού μας κλήρου, δίδει το θάρρος και με βροντερή φωνή καλεί τους Χριστιανούς να πολεμήσουν μέχρι θανάτου «Για του Χριστού την πίστη την αγία και της Πατρίδας την Ελευθερία», όσοι δε επιζήσουν να τρέξουν στην Μπαρουταποθήκη, που βρίσκεται στην Καστρινή Πόρτα, για να δώσουν φωτιά στο μπαρούτι να καούν ζωντανοί και να μην πιαστούν αιχμάλωτοι.

Σκηνές αλλοφροσύνης εκτυλίσσονται στο Μοναστήρι. Δύσκολο πράγμα να περιέγραφε κανείς τον ηρωισμό που δείχνουν οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» της Μονής Αρκαδίου. Έχουν νικήσει το θάνατο και αγωνίζονται για την πίστη τους, τη θρησκεία τους, την πατρίδα τους.

Βραδιάζει και τα περισσότερα γυναικόπαιδα είναι συγκεντρωμένο στο (λαγούμι) μπαρουταποθήκη. Ο Κωνσταντίνος Δημ. Γιαμπουδάκης ,από το Άδελε Ρεθύμνης με την πιστόλα στο χέρι είναι έτοιμος. Περιμένει την ευλογία αλλά και να μαζευτούν πολλοί Τούρκοι για να τους πάρει κι αυτούς ο Χάρος. Ο Σεβάσμιος Μοναχός ευλογεί και τότε ο μάρτυρας της λευτεριάς ,κάνει το σταυρό του και ανάφτει τη «λαμπάδα» που θα συμβολίζει αιώνια τη δόξα του Αρκαδίου.

Μια θεόρατη λάμψη φάνηκε κι ένας τεράστιος κρότος ακούστηκε. Η λάμψη αυτή σαν αστραπή θα φωτίσει από τη μία ως την άλλη άκρη τη μαρτυρική Μεγαλόνησο και ο κρότος θα ξυπνήσει όλους όσους κοιμούνται ακόμη.

Το δράμα έχει ήδη συντελεστεί. Πέτρες, κορμιά, κεφάλια, βαρέλια και χώματα βρίσκονται σ’ ένα παράξενο ανακάτωμα όπως μας λέει η λαϊκή μούσα

«Σφαγή μεγάλη αρχινά, περίσσια φωνοκλήσι

ετούτ’ η ώρα θ’ ακουστεί σ’ Ανατολή και Δύση
Και μέσα στον αναβρασμό που ο Χάρος εβρουχάτο

βροντή, σεισμός εγίνηκε κι ο κόσμος άνω – κάτω.

Φωτιά, καπνός και κτίρια, κορμιά κομματιασμένα

άντρες και γυναικόπαιδα στα νέφαλα ανεβαίναν

Τρόχαλος έγινε η Μονή κι εσείστη ο Ψηλορείτης

κι αντιλαλούνε τα βουνά κι απ’ άκρου ως άκρου η Κρήτη»

Η θυσία του Αρκαδίου είναι ο ήλιος μέσα στη θεοσκότεινη «κατσιφάρα» της σκλαβιάς. Οι Τούρκοι που στο μεταξύ έχουν εξαγριωθεί, σφάζουν ανελέητοι –χωρίς ίχνος ντροπής και πόνου- όποιο βρίσκουν μπροστά τους. Το Μοναστήρι είναι γεμάτο από σκοτωμένους. Πολλοί οι αγώνες του Κρητικού λαού για τη λευτεριά και ανεξαρτησία, πλημμυρίζουν την ιστορία του νησιού, μα πάνω απ’ όλους στέκεται η μεγάλη θυσία του Αρκαδίου. Το Αρκάδι είναι ένα φαινόμενο που λάμπει και διδάσκει όχι μόνο με την έκταση, αλλά και με το ύψος του μεγαλείου του. Το Αρκάδι παραδίδει στις νεότερες γενιές ένα ολόφωτο στεφάνι, μια δόξα κι ένα έπαινο, αλλά και ένα χρέος βαρύ και δυσβάσταχτο: Τούτο τον ιερό τόπο, που καθαγιάστηκε με το αίμα των υπερασπιστών της Μονής, να φυλάξομε «σαν τα μάτια μας» και να φανούμε αντάξιοι αν χρειαστεί και γνήσιοι απόγονοι των πολεμάρχων εκείνων.

Το ηρωικό Αρκάδι με τον Ηγούμενο Γαβριήλ, τους άγιους Μοναχούς, τον Ιωάννη Δημακόπουλο, τους γενναίους οπλαρχηγούς, τον Κωστή Γιαμπουδάκη και τόσους άλλους ονομαστούς και ανώνυμους αγωνιστές της Λευτεριάς, γίνεται το ωραιότερο σύμβολο όλων των αιώνων, για κείνους που μάχονται για λευτεριά και ανεξαρτησία.

Χαρακτηριστική είναι η επιγραφή που διαβάζει ο ευλαβικός προσκυνητής του Αρκαδίου στη μπαρουταποθήκη, η οποία δείχνει περίτρανα την αδούλωτη ψυχή του Κρητικού Λαού:

«Αυτή η φλόγα π’ άναψε μέσα εδώ στην κρύπτη

κι απ’ άκρου σ’ άκρο φώτισε η δοξασμένη Κρήτη

ήτανε φλόγα του Θεού μέσα εις την οποία Κρήτες ολοκαυτώθηκαν για την Ελευθερία»

rethemnosnews.gr