Τα Παναγιοφρούρητα Χανιά και ολόκληρος ο υπό την υπό τον Ήλιον Ορθόδοξος Χριστιανικός κόσμος πανηγυρίζουν σήμερα τα Εισόδια στα Άγια των Αγίων της Μητέρας του Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

Άνθρωποι και Άγγελοι συγχορεύουν και συναγάλλονται σήμερα μαζί με τον φιλόχριστο Λαό των Χανίων, εδώ, στον πνευματικό Παρθενώνα της Κυρίας Θεοτόκου, . Ευφραίνεται και πανηγυρίζει η γη και οι πιστοί σπεύδουν με κάθε ευλάβεια να τιμήσουν την πανύμνητο Μητέρα του Κυρίου μας η Οποία εισέρχεται στα αγιότερα μέρη του επιγείου ναού του Θεού και καταξιώνεται να γίνει ο υπέρλαμπρος Ναός του Σωτήρος Χριστού.

Κάθε φορά, που η Εκκλησία μας τιμά το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, ο νούς και η σκέψη μας αμέσως στρέφεται προς Εκείνη, που είναι «η κιβωτός η χρυσωθείσα τω πνεύματι»·

σ’ Εκείνη, που με την είσοδό της στο Ναό άνοιξε τις πόρτες της ζωής και με την Κοίμησή της έκλεισε τις πύλες του θανάτου·

σ’ Εκείνην, την οποία «ουκ ανθρωπίνη γλώττα, ούκ αγγέλων νούς υπερκόσμιος κατ’ αξίαν ευφημείσθαι δύναται» και «δι’ ης ημίν δέδοται την δόξαν Κυρίου τηλαυγώς κατοπτρίζεσθαι», κατά τον Ιωάννη το Δαμασκηνό!

Στην Παναγία, η οποία «έλυσε τον δεσμόν και την λύπην και τον στεναγμόν της καταδικασμένης Εύας», κατά τον ιερό Χρυσόστομο ·

«η μεν γαρ Εύα πρόφασις γεγένηται θανάτου τοις ανθρώποις, δι’ ης εισήλθεν θάνατος εις τον κόσμον, η δε Μαρία πρόφασις ζωής, δι’ ης εγεννήθη ημίν ζωή», όπως χαρακτηριστικά ωσαύτως τονίζει ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου.

Ο αοίδιμος και σοφός Μητροπολίτης Κοζάνης Διονύσιος Ψαριανός υπογραμμίζει, μάλιστα, ότι «δεν νοείται και δεν μπορεί να σταθεί η Εκκλησία χωρίς την Παναγία Μητέρα του Σωτήρος Χριστού.Η Υπεραγία Θεοτόκος είναι η Εκκλησία και η Εκκλησία είναι η Υπεραγία Θεοτόκος. Όταν πεί κανείς το ‘Θεοτόκος’ συμπεριλαμβάνει σ’αυτό όλη την έννοια της Εκκλησίας, γιατί διά του ονόματος τούτου και στο πρόσωπο της αειπαρθένου Μαρίας εκφράζεται όλο το θείο μυστήριο του προσώπου του Ιησού Χριστού. Η Πλατυτέρα, ζωγραφουμένη στο ημιθόλιο της κόγχης του ιερού Βήματος μετά του Ιησού Χριστού, αυτό ακριβώς συμβολίζει, την Εκκλησία, δηλαδή, μετά του Ιησού Χριστού εις το μέσον αυτής...Καί η Οδηγήτρια είναι η επίγεια Εκκλησία, που οδηγεί όλους τους ανθρώπους να τους συνενώσει σε Σώμα Χριστού.»

Η Υπεραγία Θεοτόκος αποτελεί τη σύνοψη και την ολοκλήρωση όλων των προεικονίσεων, των προφητειών και των προτυπώσεων της Παλαιάς Διαθήκης!

Είναι η Εδέμ η νοητή, στην οποία αυτός ο Κύριος ενηυλίσθη.

Είναι η ρίζα, από την οποία το άνθος του Ιεσσαί ανεβλάστησε και το γένος μας «δόξη και τιμή» εστεφάνωσε.

Είναι η στάμνος η χρυσή, «η τον ουράνιον άρτον εν γαστρί χωρήσασα, τον εις βρώσιν και ρώσιν τοις πιστοίς διδόμενον» κατά τον Άγιο Βασίλειο Σελευκείας.

Αυτήν, η βάτος προεζωγράφισε, οι θεόγραφες πλάκες προεχάραξαν, η κιβωτός του νόμου προιστόρησε, η λυχνία και η τράπεζα και η ράβδος Ααρών η βλαστήσασα, εμφανώς προετύπωσαν.

Αυτήν, η κάμινος, με το πυρ το δροσίζον, και η σκηνή του Αβραάμ και η κλίμαξ του Ιακώβ σαφώς προεμήνυσαν. (Ιω. Δαμασκηνός).

Η Θεοτόκος, ονομασία την οποία απέδωσε στην αγία Παρθένο το 431 η Γ΄ εν Εφέσω Οίκουμενική Σύνοδος, «διά το τον Θεόν Λόγον σαρκωθήναι και ενανθρωπήσαι και εξ αυτής της συλλήψεως ενώσαι εαυτώ τον εξ αυτής ληφθέντα ναόν», «υπάρχει», όπως ψάλλει η Εκκλησία μας, «ο απάντων των λόγων επίλογος· πάσης της Βίβλου, παλαιάς και νέας, η τελείωσις · στοιχείον πάντων γραμμάτων κρύφιον, το Άλφα και το Ωμεγα, η αρχή και το τέλος, μετά τον Τόκον Της»(Κανών εις την Θεοτόκον, Παρασκευή εσπέρας).

Γιατί, η σωτηρία του ανθρώπου προέρχεται από τη θέλησή του και τη συνεργασία του με το Θεό. Σώζεται μόνο με τον «Θεανθρώπινον συνεργισμόν», κατά τον ιερό Δαμασκηνό, και με τη «συζωή» Θεού και ανθρώπου, σύμφωνα με τον Νικόλαο Καβάσιλα.

Η Παναγία, λοιπόν, με τη συγκατάθεσή της στην πρόσκληση του Θεού τη μέρα του Ευαγγελισμού εκφράζει την πρόθεση του ανθρώπου να σωθεί και ταυτόχρονα είναι η αγνότερη προσφορά της ανθρωπότητας στο Θεό Λόγο, για να σαρκωθεί. Έγινε «η χώρα του Αχωρήτου, η οποία εχώρησε και ουκ εστενοχώρησε» Εκείνον, τον οποίον δεν χωρούν τα μεγέθη του ουρανού. (Κανών 7ης Σεπτεμβρίου, ωδή στ΄)

Είναι εκείνη, που με την ελεύθερη και αβίαστη συμμετοχή της στο σχέδιο της Θείας Οικονομίας κατέστησε τον εαυτό της κλίμακα μεταξύ Θεού και ανθρώπου και απέβη τρανό παράδειγμα της κατά Θεόν ζωής, αιώνιο και διαχρονικό πρότυπο βιοτής για κάθε άνθρωπο, Προστασία και Σκέπη του Γένους των Ελλήνων .

Αδελφοί μου,

Σε όλες τις κρίσιμες, αλλά και μεγάλες στιγμές του Έθνους μας, από τη μεγαλειώδη νίκη στη ναυμαχία της Σαλαμίνας μέχρι το έπος του ’40 η σωτηρία και η δόξα συναρτήθηκε με τη θεία προστασία.

Από τότε, μάλιστα, που ο Σταυρός με το «εν τούτω νίκα» του Μ.Κωνσταντίνου χάραξε στον ουρανό την αυγή του βυζαντινού Ελληνισμού, πάντοτε ένας Έφιππος Άγιος ή ο λαμπρός Αρχάγγελος οδηγεί τις τύχες της Ρωμιοσύνης.

Μα πιο πολύ απ’ όλους είναι η Παναγία, η Υπέρμαχος Στρατηγός, που, με τη βοήθειά της αμυνόμενος ο πιστός Λαός, το 626 γκρέμισε τα στίφη των Αβάρων από τα τείχη της Βασιλεύουσας Πόλης, το 862 καταπόντισε τα πλοία των Σκυθών στον Κεράτιο και το 673 και το 718 κατετρόπωσε τους Άραβες.

Είναι η ίδια, που ευλόγησε τον ξεσηκωμό του 1821, τη μέρα της εορτής του Ευαγγελισμού, και εκείνη, που πληγώθηκε πρώτη και μάτωσε από τον άνανδρο τορπιλισμό της «Έλλης», το Δεκαπενταύγουστο του 1940, είναι η Παναγία που «των χρυσοφόρων ορδών εστόρεσε τη δύναμη», και κατεπτόησε «κείνους που πράξαν το κακό», που αμφισβήτησαν την παρουσία του Θεού και πίστεψαν στον Υπεράνθρωπο άνθρωπο και οδήγησε το στρατό μας τη μέρα των Εισοδίων της στην είσοδο της Κορυτσάς, την πρώτη συμμαχική νίκη του Πολέμου.

Είναι η ίδια, που και σήμερα ευλογεί και σκέπει τις τιμημένες και δοξασμένες Ένοπλες Δυνάμεις της Πατρίδος μας, είναι η ίδια στην Οποία καταφεύγει και σήμερα ο Λαός μας, από ποικοιλώνυμους βαρβάρους πολιορκημένος, από τα δεινά της δεινής οικονομικής συγκυρίας καθημαγμένος, από τους πάντες εξαπατημένος, από την απελπισία εξουθενωμένος...

Γι’ αυτόν το Λαό, Παναγία μου,

θα ξεθαρρέψω

να σού δεηθώ γι' αυτό που κρύβω μυστικό:

καμιά παράκληση δεν έχω για τον εαυτό μου·

για όλον ετούτον το λαό μας θα σού δεηθώ,

που αγρίεψε πιά απ' τον πόνο και απελπίστη,

ζητάει λιγάκι ειρήνεψη, ν' ανασάνει.

Άλλοτε του την έδινες πλουσιοπαρόχως,

πικρό παράπονο τόχει, που τον αμέλησες.

Μάνα τους σε λέγαν, και μάνα τους στεκόσουν.

Δείξε τους πάλι την καρδιά σου, Ειρηνοφόρα μου.

Στούς ταπεινούς, η ταπεινή φανερώσου,

Περιστερά πάλι του Νώε μαντατοφόρα,

στήριξε στη γαλήνη σου τους φτωχούς ανθρώπους.

ΑΜΗΝ!

Τού Πανοσιολογιωτάτου Πρωτοσυγκέλλου τής Ιεράς Μητροπόλεως Κυδωνίας καί Αποκορώνου Αρχ. Δαμασκηνού Λιονάκη.