Κείμενο με αναλυτικές οδηγίες προς τους καθηγητές που μπορεί να κληθούν να καταθέσουν σε εισαγγελία ή αστυνομικό τμήμα έχει συντάξει και δημοσιεύσει η ΕΛΜΕ Ηρακλείου.

Η συνδικαλιστική έκφραση των καθηγητών θεωρεί ιδιαίτερα κρίσιμο να τηρηθεί από την πλειοψηφία των εκπαιδευτικών μία και ενιαία γραμμή στο θέμα της κλήτευσης και της αντιμετώπισης προκαταρκτικής εξέτασης.

Υπενθυμίζουμε ότι από χθες το βράδυ διευθυντές σχολείων τα οποία είχαν έστω και μια ημέρα κατάληψη, έχουν λάβει κλήτευση να εμφανιστούν στην αστυνομία προκειμένου να κατονομάσουν τους μαθητές που κάνουν κατάληψη.

Αναλυτικά η ανακοίνωση της ΕΛΜΕ Ηρακλείου:

«Δεδομένης της εκτίμησής μας ότι αντιμετωπίζουμε μια προσπάθεια τρομοκράτησης της σχολικής κοινότητας και ποινικής καταστολής του πανεκπαιδευτικού κινήματος, θεωρούμε κρίσιμη την ενιαία και συλλογικά αποφασιστική απάντηση από μέρους μας.

Υπό αυτή την έννοια, είναι απαραίτητο να δηλώσουμε την έντονη αποδοκιμασία μας στην ανάμειξη των διωκτικών αρχών (εισαγγελίας και αστυνομίας) στη σχολική ζωή και δράση. Περαιτέρω:

1. Αρνούμαστε να καταθέσουμε κατόπιν προφορικής τηλεφωνικής κλήσης. Απαιτούμε να μας σταλεί έγγραφη κλήση με τα στοιχεία που ορίζει ο Νόμος. Κάθε προφορική κλήτευση είναι παράνομη και διευκολύνει μεθοδεύσεις.

2. Καταθέτουμε το έγγραφο υπόμνημα (ακολουθεί), με τη δήλωση ότι σε αυτό εμπεριέχονται όλα όσα γνωρίζουμε για την επίδικη υπόθεση και αρνούμαστε να προσθέσουμε περισσότερα (αφού ότι γνωρίζουμε και επιθυμούμε να καταθέσουμε περιλαμβάνεται σ’ αυτό).

3. Στην περίπτωση παρά ταύτα ερωτήσεων του τύπου «κόμματα που υποκίνησαν τις καταλήψεις», «εγκρίνετε ή όχι τις καταλήψεις», «αιτήματα των μαθητών», απαντάμε αποφασιστικά ότι: Αυτού του τύπου οι ερωτήσεις δεν αφορούν εγκληματικές πράξεις αλλά πολιτικά φρονήματα. Η ενασχόληση της αστυνομίας και των δικαστικών αρχών με το πολιτικό φρόνημα, απαγορεύεται από το Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους, ήδη από τη μεταπολίτευση. Έχω άποψη και για τις καταλήψεις και για όλα τα ζητήματα της παιδείας, την οποία καταθέτω, όπως οφείλω, στους κόλπους της σχολικής κοινότητας και όχι στις παντελώς αναρμόδιες διωκτικές αρχές.

4. Αρνούμαστε να σχολιάσουμε τη στάση (π.χ. ενθαρρυντική ή μη έναντι των καταλήψεων) άλλων καθηγητών, διευθυντών, γονέων κλπ. Σύμφωνα με την Ποινική Δικονομία, οι κρίσεις και οι απόψεις εν γένει, δεν επιτρέπεται να αποτελούν στοιχείο οποιασδήποτε κατάθεσης. Πολύ περισσότερο, στην παρούσα περίπτωση, οι κρίσεις μας για τη στάση άλλων μελών της σχολικής κοινότητας, αποτελούν έκφραση του φρονήματος μας, και αρνούμαστε, νόμιμα, να τις καταθέσουμε στην αστυνομία (στο πλαίσιο που αναφέραμε και στο σημείο «3»).

5. Στο ίδιο παραπάνω πλαίσιο, αρνούμαστε την κατάθεση στοιχείων σχετικών με τις διαδικασίες διά των οποίων οι μαθητές αποφάσισαν τη συμμετοχή τους στην κατάληψη του σχολείου τους (πλειοψηφίες – μειοψηφίες, απόψεις μαθητών κλπ) διότι αφορούν την έκφραση του φρονήματος των μαθητών. Νομιμοποιείται μόνο η κατάθεση της πληροφορίας ότι αποφάσισαν δημοκρατικά και συμμετείχε το σχολείο.

6. Στις καταλήψεις συμμετείχε όλο το σχολείο με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, χωρίς την ύπαρξη «αρχηγών, υποκινητών, επί κεφαλής»κλπ. Υπό αυτό το πλαίσιο, οι μαθητές που είχαν προηγουμένως εκλεγεί στα Δεκαπενταμελή, δεν είχαν ειδικό ή ηγετικό ρόλο στις καταλήψεις, Συνεπώς αρνούμαστε να καταθέσουμε τα ονόματά τους διότι δεν αφορούν την υπόθεση για την οποία έχουμε κληθεί και δεν υποχρεούμαστε να καταθέσουμε, παρά μόνο γι’ αυτό που έχουμε κληθεί».