Τα ναυάγια πρέπει μέσα σε τρεις μήνες από τη βύθισή τους να ανελκύονται, από την πλοιοκτήτρια εταιρεία και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, η ανέλκυση πρέπει να γίνεται από τον αρμόδιο δημόσιο φορέα και η δαπάνη να καταλογίζεται στην ναυτιλιακή εταιρεία.

Αυτό έκρινε το Συμβούλιο της Επικρατείας και απέρριψε αίτηση ναυτιλιακής εταιρείας που ζητούσε να ακυρωθεί απόφαση του Λιμενάρχη Αίγινας, με την υποχρεώθηκε να καταβάλει τις δαπάνες ανέλκυσής του πλοίου "Αβαντις ΙΙΙ".

Το εν λόγω φορτηγό πλοίο βυθίστηκε στις 19.11.2004 μετά από πρόσκρουση επί της βραχονησίδας Δορούσα Αγκιστρίου Σαρωνικού Κόλπου, με 1.467 τόνους υλικών ( γυψοσανίδες, αμμοβολή, σίδηρο κ.α) .

Ένα μήνα μετά, το Λιμεναρχείο της Αίγινας ζήτησε από τη ναυτιλιακή εταιρεία την ανέλκυση του πλοίου, αλλά η εταιρεία αντέδρασε υποστηρίζοντας ότι, πλέον της οικονομικής επιβάρυνσης που θα υποστεί, η ανέλκυση θα προκαλέσει περαιτέρω επιβάρυνση του θαλάσσιου περιβάλλοντος λόγω της διάχυσης του ρυπογόνου φορτίου.

Για το λόγο αυτό πρότεινε, αντί άλλων μέτρων, την επικάλυψη του ναυαγίου με μπετό ταχείας πήξης ή την απομάκρυνση του φορτίου με ειδικές τεχνικές. Η πρόταση αυτή δεν έγινε αποδεκτή ούτε από το υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, ούτε από το Λιμεναρχείο Αίγινας, το οποίο στη συνέχεια υπέβαλε πρόστιμο στην εταιρεία, διατάσσοντας παράλληλα την ανέλκυση και απομάκρυνση του ναυαγίου με δαπάνες της εταιρείας.

Σύμφωνα με το Ε' Τμήμα του ΣτΕ «Μόνο στις περιπτώσεις που λόγω ειδικών συνθηκών είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής η ανέλκυση δύναται να διατάσσονται άλλα μέτρα (εξουδετέρωση, καταστροφή, διάλυση).

Στις περιπτώσεις αυτές, καταλήγουν οι σύμβουλοι Επικρατείας, απαιτείται ειδική αιτιολόγηση τόσο ως προς την ύπαρξη ειδικών συνθηκών που καθιστούν αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερή την ανέλκυση, όσο και ως προς την πρόκριση των μέτρων που διατάσσονται».