Για τον εκσυγχρονισμό της χώρας, που είναι απαραίτητος, ας φανταστούμε ως εργαλείο τον Τουρισμό. Έχει να μας διδάξει πολλά χρήσιμα πράγματα για την επιχειρηματικότητα, την εξωστρέφεια, την πρωτογενή παραγωγή, τις υποδομές, την εκπαίδευση, τα εργασιακά, και τον ίδιο μας τον εαυτό, ως πολίτες του κόσμου. Αποτελεί πεδίο εφαρμογής πολλών καινοτομιών που χρειάζεται ολόκληρη η κοινωνία και η οικονομία μας.

Ο μαζικός παραθεριστικός τουρισμός είναι το βασικό προϊόν μας, αλλά όλοι ομνύουν στον εναλλακτικό και τον θεματικό τουρισμό. Καλά κάνουν! Όμως, αν θέλουμε θεματικό κι εναλλακτικό τουρισμό, πρέπει ο καθένας να μπορεί να μετατρέψει ένα χόμπι σε επάγγελμα, είτε αυτό είναι η αναρρίχηση είτε είναι η βυζαντινή εικονογραφία.

Δεν είμαστε, όμως, φιλικοί στην επιχειρηματικότητα. Ο νεαρός ορειβάτης που θα κατεβάσει τουρίστες σε ένα φαράγγι πρέπει ν’ ανέβει πρώτα έναν γραφειοκρατικό Γολγοθά και να πληρώσει προκαταβολή φόρου πριν εισπράξει δεκάρα.

Τόσοι και τόσοι υπουργοί μάς είπαν παχιά λόγια για τον θρησκευτικό, γαστριμαργικό, πολιτιστικό και οικοτουρισμό, αλλά δεν αντιλαμβάνονται την ουσία του ζητούμενου. Λύνοντας προβλήματα της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας θα έρθουν άμεσα έσοδα μέσω (και) του τουρισμού. Άλλωστε, το 95% του τουρισμού είναι μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Το ίδιο ισχύει στην πρωτογενή παραγωγή, όπου απαιτείται μια επανάσταση στο θεσμικό πλαίσιο των συνεταιρισμών, της κατ’ οίκον μεταποίησης, της διανομής, της ασφάλισης και της φορολόγησης.

Ο τουρισμός προσφέρει μια τεράστια αγορά έτοιμη ν’ απορροφήσει τα καινοτόμα προϊόντα και ήδη εξαντλεί με ευκολία το σύνολο της Ελληνικής παραγωγής. Εισάγουμε μέχρι και μουσακά (!) από την Κίνα.

Κι εντάξει, μπορεί να μην παράγουμε ουίσκι, αλλά το πληρώνουμε 15 και το πουλάμε 75, σε μερίδες. Η προστιθέμενη αξία των 60 Ευρώ μένει εδώ. Φυσικά, θα ήταν καλύτερα αν έμεναν και τ’ άλλα 15. Αφού παράγουν εξαιρετικό ουίσκι οι Ιάπωνες και οι Ινδοί, γιατί όχι εμείς που το καταναλώνουμε αφειδώς;

Ένας άλλος τομέας όπου ο τουρισμός εξαντλεί άνετα την ελληνική παραγωγή είναι στις θέσεις εργασίας. Φέτος απορρόφησε 90 χιλιάδες ανέργους. Με επίσημα στοιχεία, πάνω από το 90% των θέσεων εργασίας είναι πλήρους απασχόλησης, εντούτοις ο μύθος λέει πως είναι κυρίως μερικής.

Οι μέσοι μισθοί είναι πάνω από τα 1000€, σημαντικά υψηλότεροι από τον μέσο όρο της αγοράς, ενώ ο μύθος μιλάει για «φθηνή εργασία» στον τουρισμού. Η αύξηση εσόδων 10% απέδωσε αύξηση ασφαλιστικών εισφορών 20%, καταρρίπτοντας και το μύθο της εισφοροδιαφυγής (χωρίς αυτό να σημαίνει πως τα πάντα είναι ρόδινα).

Τα πακέτα “all-inclusive”, που συχνά δαιμονοποιούνται, αποτελούν μόλις το 7% του τουρισμού μας. Οι εξαιρέσεις έχουν χρησιμοποιηθεί κακόβουλα, παρουσιαζόμενες ως κανόνες.

Επίσης, ο τουρισμός επιτρέπει εύκολη εργασιακή μετακίνηση: καλοκαίρι Μύκονο, χειμώνα Αράχοβα, το άλλο καλοκαίρι Κρήτη, τον άλλο χειμώνα Ελβετία ή Μαλδίβες. Αν δε σου αρέσει ο εργοδότης, μπορείς να τον αλλάξεις, καθώς η αγορά ζητά στελέχη διακαώς. Είναι μύθος πως η Ελλάδα έχει περισσότερους καταρτισμένους τουριστικούς επαγγελματίες από τη ζήτηση.

Έχουμε μεγάλη έλλειψη στελεχών, ειδικά στους επαρχιακούς προορισμούς. Μία λύση είναι η εισαγωγή αλλοδαπών, αλλά το κόστος στέγασής τους είναι μεγάλο, πόσο μάλλον κατά την τουριστική περίοδο που τα ενοίκια είναι στα ύψη.

Οι αλλοδαποί που έρχονται για καλοκαιρινή εργασία, εν τέλει, απολαμβάνουν το ωραίο κλίμα και εισόδημα από νομίμως αφορολόγητα φιλοδωρήματα (σε Ευρώ), οπότε συμβιβάζονται με ελλιπή στέγαση.

Αυτός ο συμβιβασμός με τη μετριότητα, χάριν άλλων αρετών, είναι συνήθης στην Ελλάδα. Έχουμε εξαιρετικό κλίμα, φύση, και ιστορία, σε βαθμό που ο επισκέπτης θα μας συγχωρέσει τη βρώμα, τις υποδομές, και την αγένεια.

Οι μελέτες δείχνουν πως η ικανοποίηση των επισκεπτών μας είναι υψηλότερη από τους ανταγωνιστές μας, καταρρίπτοντας άλλον ένα διαδεδομένο μύθο. Επιπλέον, δείχνουν πως οι επισκέπτες μας είναι της ίδιας μορφωτικής στάθμης με των ανταγωνιστών και δαπανούν 10% περισσότερο από το μέσο όρο, καταρρίπτοντας και το μύθο του «φθηνού τουρισμού».

Πάντα υπάρχει περιθώριο για βελτίωση, φυσικά. Το έδειξε η κρουαζιέρα, με τα 2,5δις εισπράξεων μόλις καταργήθηκε το καμποτάζ. Για τον τουρισμό, οι στόχοι μας πρέπει να είναι πολύ υψηλοί.

Σαφώς, έχουμε πολλά να κάνουμε για να εκπληρώσουμε τους στόχους που θέτει το Στρατηγικό Σχέδιο 2021 για τον Τουρισμό. Για παράδειγμα, δεν έχουμε λιμάνια επιβίβασης στα κρουαζιερόπλοια, οπότε οι πτήσεις πηγαίνουν στην Ιταλία και την Τουρκία.

Ειδικά από την Πόλη, μία από τις μεγάλες εταιρείες μιλάει για δυνατότητα 500 χιλιάδων Τούρκων επιβατών, όταν το σύνολο όλων των εθνικοτήτων της ήταν 800 χιλιάδες. Και είναι διατεθειμένη να κατασκευάσει ή ίδια το σταθμό που θα επιβιβάζονται στα καράβια της, αν της παραχωρηθεί μια προβλήτα στον Πειραιά (για το Ηράκλειο λέει πως είναι μικρό το αεροδρόμιο).

Προφανώς, το μοντέλο της παραχώρησης λιμένων κι αερολιμένων προς επένδυση κι εκμετάλλευση είναι μονόδρομος για τη ραγδαία ανάπτυξη της χώρας, όπως κάνουν ήδη οι ανταγωνιστές μας και θησαυρίζουν. Γιατί να πληρώνει ο φορολογούμενος πολίτης όταν ζητάει να τα πληρώσει ο αλλοδαπός επενδυτής;

Στην ανταγωνίστριά μας Τουρκία, η ιδιωτική επένδυση στις υποδομές γίνεται κατά κόρον, όπου ανθίζουν και τα μη-κρατικά πανεπιστήμια. Η Ελλάδα, ειδικά στον Τουρισμό, θα έπρεπε να έχει πρώτης κλάσεως σχολές. Η αρχή έχει γίνει με παραρτήματα σε Κολέγια, με πιο πρόσφατη την έλευση του κορυφαίου παγκοσμίως Cornell.

Αλλά και σε αυτόν τον τομέα οφείλουμε να θέσουμε τους στόχους πολύ πιο ψηλά. Τους εκατοντάδες φοιτητές που έρχονται από το εξωτερικό για τουριστικές σπουδές στην Ελλάδα πρέπει να τους κάνουμε χιλιάδες.

Δυστυχώς, οι κρατικές σχολές τουριστικών επαγγελμάτων έχουν χαμηλότατες βάσεις εισαγωγής (μόλις 4.215 στο ΤΕΙ Ηγουμενίτσας, και κανένα πάνω απ’ το όριο του 10) αποδεικνύοντας αυτό που λέγαμε νωρίτερα για έλλειψη στελεχών από την εγχώρια αγορά.

Κανονικά θα έπρεπε τα μαθήματα να γίνονται στα Αγγλικά και να καλλιεργείται η εξωστρέφεια, δεδομένου ότι ο Τουρισμός είναι εξορισμού μια παγκοσμιοποιημένη εξαγωγική δραστηριότητα που φέρνει συνάλλαγμα.

Η Ελλάδα χρειάζεται να παράγει διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα (ΔΕΠ), κι ο Τουρισμός αποτελεί τη συντριπτική πλειοψηφία των ΔΕΠ μας. Αυτά είναι που μας επιτρέπουν να εισάγουμε τα πάντα, και κυρίως πετρέλαιο. Χωρίς ΔΕΠ, ούτε «ελληνικό καφέ» δε θα πίναμε.

Έχουμε μία από τις χαμηλότερες αναλογίες ΔΕΠ στον κόσμο, κάτω από 20% του ΑΕΠ, την ίδια ώρα που ο Τουρισμός παράγει πάνω από το 16% του ΑΕΠ. Δε φτάνει μόνον αυτός, βέβαια. Αλλά δείχνει το δρόμο της εξωστρέφειας και του εκσυγχρονισμού που χρειάζεται όλη η χώρα.

Φώτης Κοκοτός
Επιχειρηματίας του Τουρισμού και των Κατασκευών.
Κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (MSc) Μηχανικού Περιβάλλοντος