Η ιστορία της Μαρί Τισό είναι ένα εντυπωσιακό χρονικό του πώς η τέχνη μπορεί να ξεπηδήσει ακόμα και από την πρωτόγνωρη φρίκη.

Καλωσορίσατε στη Βασιλεία του Τρόμου της Γαλλικής Επανάστασης, εκεί που ο Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος και η επαναστατική του παρέα έπαιρναν τα κεφάλια της αριστοκρατίας με τη σέσουλα, εγκαινιάζοντας έτσι μια από τις πιο βάρβαρες και αιματοβαμμένες περιόδους της σύγχρονης εποχής.

Παρακεί στις δημόσιες εκτελέσεις και τα παραληρήματα του κοινού στεκόταν η ταπεινή Γαλλο-Γερμανίδα, η οποία φιλοτεχνούσε μάσκες από τα κομμένα κεφάλια που έβλεπε μέσα στα καλάθια της φρίκης, δωρεά ευγενική των δημίων που δεν προλάβαιναν να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους.

Σύντομα οι μάσκες αυτές του θανάτου θα μεταφέρονταν στη Βρετανία, όπου και μετακόμισε η Τισό το 1802, ιδρύοντας αργότερα (στη δεκαετία του 1830) το παγκοσμίου σήμερα φήμης Μουσείο Κέρινων Ομοιωμάτων της Μαντάμ Τισό!

Η ιδιαίτερη αυτή γλύπτρια που άντλησε έμπνευση απευθείας από την επικράτεια του ανατριχιαστικού και του μακάβριου, σκαρώνοντας τις πρώτες της φιγούρες από τα κεφάλια των εχθρών της επανάστασης, έζησε από πρώτο χέρι τις ραγδαίες κοινωνικές αλλαγές του καιρού της, μεταμορφώνοντας τη φρίκη σε θέαμα.

Όσο για τη μείξη ψυχαγωγίας και πληροφορίας που κόμισε στη βιομηχανία του θεάματος, ήταν ο απόλυτος πρόδρομος ενός πολιτιστικού φαινομένου που ισχύει ως τις μέρες μας…

Πρώτα χρόνια



Η γυναίκα που θα έμενε γνωστή στα πέρατα της Βρετανίας ως Μαντάμ Τισό γεννιέται ως Anna Marie Gresholtz (ή Grosholtz) την 1η Δεκεμβρίου 1761 στο Στρασβούργο ως γαλλίδα υπήκοος γερμανικής καταγωγής. Πολύ λίγα είναι γνωστά για το οικογενειακό της περιβάλλον, καθώς οι βιογραφικές πληροφορίες που παραθέτει η ίδια στην αυτοβιογραφία της (1838) θεωρούνται πια αποκυήματα της φαντασίας της και κατάφωρα ψεύδη.

Η ίδια ισχυρίζεται, ας πούμε, ότι ο πατέρας της ήταν στρατιώτης στον Επταετή Πόλεμο και σκοτώθηκε στις μάχες πριν καν γεννηθεί η ίδια, την ώρα που σαφώς πιο αξιόπιστες πηγές την τοποθετούν μέσα σε οικογένεια δημίων της πόλης, ένα κληρονομικό επάγγελμα της εποχής που περνούσε από γενιά σε γενιά!



Από τις αξιόπιστες πληροφορίες που την αφορούν μαθαίνουμε έτσι ότι η μητέρα της πήρε κάποια στιγμή την κόρη και μετακόμισαν στη Βέρνη της Ελβετίας, όπου και έπιασε δουλειά ως οικιακή βοηθός στο σπίτι διαπρεπούς γιατρού της πόλης, του Dr. Philippe Curtius (1741-1794). Από τις ίδιες πηγές μαθαίνουμε ότι η μικρή Τισό συνδέθηκε στενά με τον γιατρό, αποκαλώντας τον «θείο», την ίδια στιγμή που κατοπινοί βιογράφοι της ήθελαν τον γιατρό να είναι ο βιολογικός της πατέρας…

Παρίσι και Γαλλική Επανάσταση



Οι Τισό πήραν κάποια στιγμή την ελβετική υπηκοότητα και ήταν στο σπιτικό του γιατρού που θα γινόταν η νεαρά ξεφτέρι στα κέρινα ομοιώματα, μαθαίνοντας την τέχνη της κηροπλαστικής από τον ίδιο τον Curtius: ο γιατρός είχε χόμπι την κατασκευή ανατομικών μοντέλων από κερί για το μάθημα της ανατομίας που δίδασκε, διατηρώντας ταυτοχρόνως στο σπίτι ένα κρυφό εργαστήριο που φιλοτεχνούσε κέρινες σεξουαλικές παραστάσεις για λίγους και εκλεκτούς πελάτες!

Η κηρογλυπτική των ανθρώπινων φιγούρων χρονολογείται εξάλλου από το 3000 π.Χ., ενώ στη μεσαιωνική Ευρώπη είχε διαδοθεί ιδιαιτέρως η τέχνη: κέρινα ομοιώματα βασιλιάδων σκαρώνονταν εδώ και αιώνες για τη νεκρώσιμη τελετή, ενώ κέρινες φιγούρες αγίων κοσμούσαν συχνά ευρωπαϊκές εκκλησίες, όταν τα παραδοσιακά υλικά σπάνιζαν ή υπερέβαιναν τους πενιχρούς προϋπολογισμούς.



Μαθητεύοντας λοιπόν δίπλα στον τεχνίτη γιατρό, η μικρή, που έπιανε πολύ το χέρι της, έγινε άσος στα κέρινα προπλάσματα. Οι δύο γυναίκες ακολούθησαν τον γιατρό στο Παρίσι, όπου μετακόμισε εκείνος γύρω στο 1767, όπου και άνοιξε εργαστήριο κηροπλαστικής και γκαλερί παραδίπλα (1770). Η δουλειά πήγαινε τόσο καλά που στα επόμενα χρόνια το εργαστήριο θα χωριζόταν στα δυο: στο Palais Royal, που φιλοξενούσε τα κέρινα ομοιώματα της γαλλικής βασιλικής οικογένειας, και στο Caverne des Grands Voleurs, που άνοιξε τις πόρτες του το 1782 για να εξοικειώσει το παριζιάνικο κοινό με διαβόητους κακοποιούς της εποχής. Αμφότερα σημείωσαν πρωτόγνωρη επιτυχία!

Η πρώτη φιγούρα που φιλοτέχνησε η ίδια η Τισό ήταν του Ζαν-Ζακ Ρουσό το 1778, ως φόρο τιμής στον θάνατο του σπουδαίου φιλοσόφου. Δεύτερη δουλειά, ο συνοδοιπόρος του Ρουσό στον Διαφωτισμό, ο Βολταίρος, ο οποίος πέθανε επίσης την ίδια χρονιά.



Η ίδια ισχυρίζεται στα απομνημονεύματά της ότι είχε γνωρίσει από πρώτο χέρι πολλές διακεκριμένες φιγούρες της προεπαναστατικής Γαλλίας, καθώς και ότι παρέδιδε μαθήματα καλλιτεχνικών στην πριγκίπισσα Ελισάβετ, αδελφή του Λουδοβίκου ΙΣΤ’, στο παλάτι των Βερσαλλιών, αν και δεν υπάρχουν αρχεία που να υποστηρίζουν τον ισχυρισμό της.



Όπως κι αν έχει, όταν ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση το 1789, η Τισό φιγούραρε σύντομα ως φιλοβασιλική και καταδικάστηκε με συνοπτικές διαδικασίες σε θάνατο. Λίγο πριν από την εκτέλεσή της ωστόσο προσέτρεξε ο γιατρός σε υπεράσπισή της και έγινε γνωστό ότι η εχθρός της επανάστασης ήταν πεπειραμένη κηροπλάστης. Κι έτσι της χάρισαν τη ζωή, υπό τον όρο να φιλοτεχνεί τις μάσκες θανάτου των διακεκριμένων μελών της κοινωνίας που περνούσαν κατά κοπάδια από την γκιλοτίνα του Ροβεσπιέρου. Μεταξύ αυτών, φυσικά, ο Λουδοβίκος ΙΣΤ’ και η σύζυγός του Μαρία Αντουανέτα (1793).

Αυτή είναι τουλάχιστον η δική της εκδοχή της ιστορίας, καθώς οι κατοπινοί βιογράφοι έχουν θέσει τις πληροφορίες εν αμφιβόλω, ότι έφτιαχνε δηλαδή τις περίφημες κέρινες προσωπογραφίες της κατευθείαν από τα κομμένα κεφάλια στα πόδια του δήμιου. Οι βιογράφοι της θεωρούν σήμερα πως είναι ασφαλέστερο να υποθέσουμε ότι η Τισό και ο Curtius, τα ανατριχιαστικά κέρινα ομοιώματα του οποίου ήταν ήδη δημοφιλέστατα στο Παρίσι, προμηθεύονταν τα κομμένα κεφάλια αγοράζοντάς τα απευθείας από τους δήμιους…

Αγγλία και ο σύζυγος που έμεινε πίσω



Την ώρα που η Γαλλική Επανάσταση μαινόταν για μια δεκαετία, ο Curtius πέθανε εν τω μεταξύ (1794), αφήνοντας όλα του τα υπάρχοντα στην Τισό, ανάμεσα στα οποία και τη συλλογή του με τα κέρινα ομοιώματα. Την επόμενη χρονιά, η Μαρί παντρεύτηκε τον εκλεκτό της καρδιάς της, έναν γάλλο μηχανικό. Το πρώτο τους παιδί, μια κόρη, πέθανε, αν και τα επόμενα τέκνα τους, οι γιοι Joseph και Francois, θα επιβίωναν και θα εντάσσονταν αργότερα στην οικογενειακή επιχείρηση του μουσείου.

Φημισμένη πια στη Γαλλία η συλλογή με τα κέρινα ομοιώματα, η Τισό αποφάσισε να την επιδείξει στην Αγγλία. Κι έτσι το 1802 οργανώθηκε μια έκθεση στο Λονδίνο, για τις ανάγκες της οποία ταξίδεψε εκεί η Τισό και ο τετράχρονος γιος της Joseph. Ήταν όμως τα χρόνια των Ναπολεόντειων Πολέμων και η ίδια δεν μπορούσε να επιστρέψει στο Παρίσι, αναγκαζόμενη έτσι να παραμείνει στη βρετανική πρωτεύουσα παρά τη θέλησή της.



Μην έχοντας τι άλλο να κάνει, κανόνισε με τον ιδιοκτήτη ενός «μαγικού θεάματος» (Philipstal’s Phantasmagoria) να παρουσιάσει μόνιμα τη συλλογή της στο φουαγιέ του Lyceum Theater, κάτι που θα τη μετέτρεπε αίφνης σε επιχειρηματία ζηλευτή. Κι έτσι, εκεί που τα κέρινα ομοιώματα του Curtius μάγευαν την εργατική τάξη της Γαλλίας, η Τισό έβαλε στο στόχαστρο την ανερχόμενη μεσοαστική τάξη της Αγγλίας, προσφέροντάς τους ένα θέαμα για όλη την οικογένεια!



Οι κέρινες φιγούρες με τους καταδικασμένους σε θάνατο από τη Γαλλική Επανάσταση έγιναν ανάρπαστες στα μεσαία στρώματα της Αγγλίας, καθώς η δράση της γκιλοτίνας μαγνήτιζε το κοινό περισσότερο από κάθε άλλο θέαμα στο νησί. Για πρώτη φορά εξάλλου το αγγλικό κοινό εξοικειωνόταν με τα ομοιώματα του καρατομημένου βασιλικού ζεύγους της Γαλλίας, ένα ανατριχιαστικό θέαμα που δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο.



Η σταδιοδρομία της Τισό στην Αγγλία γνώρισε φήμη ζηλευτή όταν έλαβε μια σπουδαία παραγγελία από τη δούκισσα του Γιορκ, την πριγκίπισσα της Πρωσίας: η νύφη του ίδιου του βασιλιά της Αγγλίας της ζήτησε να φιλοτεχνήσει ένα κέρινο ομοίωμα μικρού παιδιού, καθώς ο σύζυγός της την είχε εγκαταλείψει πρόσφατα για την ερωμένη του, αφήνοντάς τη χωρίς απογόνους. Η δακρύβρεχτη ιστορία την απογείωσε στη δόξα!



Στην πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα, η Τισό περιόδευσε εκτεταμένα με τη συλλογή της, συνεχίζοντας ωστόσο να χρησιμοποιεί το όνομα του δημοφιλέστατου Curtius στα κέρινα ομοιώματά της. Επιχειρηματίας πια, σε μια εποχή μάλιστα που πολύ λίγες γυναίκες δραστηριοποιούνταν στον κόσμο του εμπορίου, όργωσε την Αγγλία από άκρη σε άκρη, φέρνοντας τις ανατριχιαστικές κέρινες σκηνές της όπου υπήρχαν πρόθυμοι πελάτες.



Η οδύσσειά της αυτή θα μετρούσε 33 χρόνια περιοδείας και κακουχιών, αφού είχε και ένα μικρό παιδί παραμάσχαλα, ενώ ήταν υποχρεωμένη να περνά απίστευτες ώρες προετοιμάζοντας κάθε φορά την επόμενη έκθεσή της…

Το μουσείο κέρινων ομοιωμάτων του Λονδίνου και τελευταία χρόνια



Στις αρχές της δεκαετίας του 1820, η Τισό ενώθηκε και πάλι και τον άλλο της γιο, τον Francois, ο οποίος εντάχθηκε αμέσως στο δυναμικό του περιοδεύοντος κέρινου θιάσου. Όσο για τον σύζυγό της, έμεινε μόνιμα στη Γαλλία, έχοντας βέβαια ήδη ξετινάξει την επιχείρηση στο Παρίσι ξεπαστρεύοντας ό,τι είχε απομείνει από την κληρονομιά του Curtius.

Το 1835, η Τισό έφτιαξε την πρώτη μόνιμη συλλογή της στην Baker Street του Λονδίνου, με το μουσείο να φιλοξενεί πια σκηνές από περίφημα ιστορικά γεγονότα, όπως βασιλικές στέψεις και συνθήκες ειρήνης, με την ίδια την Τισό να κρατά το ταμείο του μουσείου μέχρι και τον θάνατό της!



Το 1838 δημοσίευσε την αμφιλεγόμενη αυτοβιογραφία της, που την ήθελε φίλη με όλους τους γάλλους ευγενείς, την πνευματική ηγεσία της χώρας και άλλες γνωστές προσωπικότητες της εποχής. Κάτι που δεν πέρασε φυσικά απαρατήρητο, κάνοντας τον σπουδαίο συγγραφέα Κάρολο Ντίκενς να καυτηριάσει πικρόχολα ήδη από τότε την «εύπλαστη προσέγγισή της στην αλήθεια»!



Η Μαντάμ Τισό, όπως έμεινε γνωστή στην Αγγλία, άφησε την τελευταία της πνοή στις 16 Απριλίου 1850 στο Λονδίνο, έχοντας ήδη δει το μικρό της μουσείο να μετατρέπεται σε ένα από τα δημοφιλέστερα της πόλης, πόλος έλξης τουριστών αλλά και μόνιμων κατοίκων, που δεν το χόρταιναν κυριολεκτικά.



Σήμερα η φήμη των μουσείων κέρινων ομοιωμάτων της Τισό δεν χρειάζεται συστάσεις, με παραρτήματα του αυθεντικού να φιγουράρουν πια σε Λας Βέγκας, Νέα Υόρκη, Άμστερνταμ, Χονγκ Κονγκ και Κοπεγχάγη…

newsbeast.gr